Τι είναι η Συνομοσπονδιακή Πολιτική Δημοκρατία;

Πολιτική δημοκρατία

Μπορούμε να διακρίνουμε διάφορους τύπους κατανομής της πολιτικής δύναμης στην ιστορία, οι οποίοι, σχηματικά, θα μπορούσαν να ταξινομηθούν είτε ως δημοκρατικοί είτε ως ολιγαρχικοί. Στους πρώτους, η πολιτική δύναμη ισοκατανέμεται μεταξύ όλων αυτών που έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα (τυπικό παράδειγμα αποτελεί η αθηναϊκή εκκλησία του δήμου), ενώ στους δεύτερους, η πολιτική δύναμη είναι συγκεντρωμένη, σε διάφορους βαθμούς, στα χέρια ποικίλων ελίτ.

Στον πολιτικό χώρο μπορεί να υπάρχει μόνο μια μορφή δημοκρατίας, αυτή που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε πολιτική ή άμεση δημοκρατία, όπου η πολιτική δύναμη ισοκατανέμεται μεταξύ όλων των πολιτών. Έτσι, η πολιτική δημοκρατία θεμελιώνεται στην ισοκατανομή της πολιτικής δύναμης, στην αυτοθέσμιση της κοινωνίας. Αυτό σημαίνει ότι, για να χαρακτηριστεί μια κοινωνία ως πολιτική δημοκρατία, πρέπει να ικανοποιούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

1.Η δημοκρατία θεμελιώνεται στη συνειδητή επιλογή της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας από τους πολίτες. Αυτό συνεπάγεται ότι είναι ασύμβατη με τη δημοκρατία η θεμελίωση της σε θεϊκά ή μυστικιστικά δόγματα και προκαταλήψεις ή σε κλειστά θεωρητικά συστήματα που ενέχουν κοινωνικούς/φυσικούς «νόμους» ή τάσεις που (υποτίθεται) καθορίζουν την κοινωνική αλλαγή.

2. Απουσία θεσμισμένων πολιτικών διαδικασιών ολιγαρχικής φύσης. Αυτό συνεπάγεται ότι όλες οι πολιτικές αποφάσεις (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται στη διαμόρφωση και την εφαρμογή των νόμων) λαμβάνονται από το σώμα των πολιτών συλλογικά και χωρίς αντιπροσώπευση.

3. Απουσία θεσμισμένων πολιτικών δομών που ενσωματώνουν άνισες σχέσεις εξουσίας. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι όταν τμήματα του σώματος των πολιτών εξουσιοδοτούνται για τη διεξαγωγή συγκεκριμένων καθηκόντων (π.χ. για να υπηρετήσουν ως μέλη λαϊκών δικαστηρίων ή περιφερειακών και συνομοσπονδιακών συμβουλίων κ.τ.λ.) η εξουσιοδότηση γίνεται, κατά κανόνα, με κλήρο και με εναλλαγή και είναι πάντοτε ανακλητά από το σώμα των πολιτών. Επιπλέον, όσον αφορά στους εντολοδόχους σε περιφερειακά και συνομοσπονδιακά σώματα, η εντολή πρέπει να είναι ειδική. Αυτό είναι ένα αποτελεσματικό βήμα προς την κατάργηση των ιεραρχικών σχέσεων, δεδομένου ότι οι  σχέσεις αυτές βασίζονται σήμερα, σε σημαντικό βαθμό, στο μύθο των «ειδικών» οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι σε θέση να ελέγχουν τα πάντα, από τη φύση ως την κοινωνία. Εντούτοις, πέρα από το γεγονός ότι η γνώση των αποκαλούμενων ειδικών είναι αμφίβολη (τουλάχιστον όσον αφορά τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά φαινόμενα), σε μια δημοκρατική κοινωνία, οι πολιτικές αποφάσεις δεν αφήνονται στους ειδικούς αλλά στους χρήστες, στο σώμα των πολιτών. Η αρχή αυτή εφαρμοζόταν με συνέπεια από τους αθηναίους για τους οποίους «όλοι οι πολίτες μπορούσαν να συμμετέχουν, εάν ήθελαν, στη διακυβέρνηση του κράτους, αλλά έπρεπε να είναι ερασιτέχνες… ο επαγγελματισμός και η δημοκρατία θεωρούνταν, στη βάση τους, αντιφατικοί όροι».

4. Καθολικότητα. Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι κάτοικοι μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής (η οποία σήμερα μπορεί να έχει τη μορφή μόνο μια γεωγραφικής κοινότητας), μετά τη συμπλήρωση του έτους ενηλικίωσης (που θα καθορίζεται από το ίδιο το σώμα των πολιτών), είναι μέλη του σώματος των πολιτών και συμμετέχουν άμεσα στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων.

Οι παραπάνω προϋποθέσεις προφανώς δεν ικανοποιούνται από την κοινοβουλευτική «δημοκρατία» (όπως λειτουργεί στη Δύση), από τη σοβιετική «δημοκρατία» (όπως λειτουργούσε στην Ανατολή) ή από τα διάφορα φονταμενταλιστικά ή ημιστρατιωτικά καθεστώτα στο Νότο. Όλα αυτά τα καθεστώτα είναι επομένως μορφές πολιτικής ολιγαρχίας, όπου η πολιτική δύναμη είναι συγκεντρωμένη στα χέρια των διάφορων ελίτ (επαγγελματίες πολιτικοί, κομματικοί γραφειοκράτες, κλήρος, στρατιωτικοί κ.τ.λ.). Παρόμοια, στο παρελθόν, διάφορες μορφές ολιγαρχίας κυριάρχησαν στο πολιτικό πεδίο, όταν αυτοκράτορες, βασιλείς και οι αυλές τους, με ή χωρίς τη συνεργασία των ευγενών, του κλήρου και άλλων, συγκέντρωναν την πολιτική δύναμη στα χέρια τους.

Από την άλλη μεριά, στο παρελθόν έγιναν σημαντικές προσπάθειες θέσμισης μορφών άμεσης δημοκρατίας, ιδιαίτερα κατά τις επαναστατικές περιόδους (για παράδειγμα, οι παρισινές συνελεύσεις των τομέων στις αρχές της δεκαετίας του 1790, οι ισπανικές συνελεύσεις κατά τον εμφύλιο πόλεμο κ.τ.λ.). Εντούτοις, οι περισσότερες από αυτές τις προσπάθειες είχαν μικρή διάρκεια και συνήθως δεν ενείχαν τη θέσμιση της δημοκρατίας ως μιας νέας μορφής πολιτεύματος που αντικαθιστά, και δεν συμπληρώνει απλώς, το κράτος. Σ’ άλλες περιπτώσεις, οι δημοκρατικές ρυθμίσεις εισάγονταν ως ένα σύνολο διαδικασιών για τη λήψη τοπικών αποφάσεων. Το μοναδικό ίσως φαινόμενο με πραγματικές αναλογίες με την αθηναϊκή δημοκρατία ήταν τέσσερα ελβετικά καντόνια και τέσσερα ημι-καντόνια στα οποία τη διακυβέρνηση ασκούσαν λαϊκές συνελεύσεις (Landsgemeinden) και τα οποία ήταν, στην εποχή τους, κυρίαρχα κράτη.

Έτσι, το μόνο «ιστορικό παράδειγμα  θεσμισμένης άμεσης δημοκρατίας όπου, για δύο περίπου αιώνες (508/7 π.Χ. ως 322/1 π.Χ.), το κράτος είχε απορροφηθεί από τη δημοκρατική κοινωνική οργάνωση, ήταν η αθηναϊκή δημοκρατία. Φυσικά, η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν μια μερική πολιτική δημοκρατία. Αλλά, αυτό που έκανε την αθηναϊκή δημοκρατία μερική δεν ήταν οι ίδιοι οι πολιτικοί θεσμοί, αλλά ο πολύ στενός ορισμός της ιδιότητας του πολίτη που υιοθέτησαν οι Αθηναίοι, ο οποίος απέκλειε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού (γυναίκες, δούλοι, μέτοικοι) τα οποία, στην πραγματικότητα, αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που ζούσαν στην Αθήνα.

Επιπλέον, αναφερόμαστε στη «θεσμισμένη» άμεση δημοκρατία προκειμένου να καταστήσουμε σαφή τη διάκριση μεταξύ των δημοκρατικών θεσμών και της δημοκρατικής πρακτικής. Η δεύτερη, όπως έχουν επισημάνει οι επικριτές της δημοκρατίας, θα μπορούσε σε μερικές περιπτώσεις να χαρακτηριστεί ως de facto«ολιγαρχική», με την έννοια ότι η διαδικασία λήψης των αποφάσεων ελεγχόταν συχνά από έναν ισχυρό ηγέτη (π.χ. τον Περικλή) ή από λίγους δημαγωγούς. Εντούτοις, αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρεί ως σοβαρή κριτική για τους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς. Στην πραγματικότητα, όπως υποστηρίξαμε παραπάνω, ήταν ακριβώς ο μερικός χαρακτήρας της αθηναϊκής πολιτικής δημοκρατίας, ο οποίος, σε συνδυασμό με την επικρατούσα ανισοκατανομή της οικονομικής δύναμης, όχι μόνο δημιουργούσε σοβαρές αντιφάσεις στη δημοκρατική διαδικασία, αλλά, στο τέλος, εξασθενίζοντας την οικονομική βάση πάνω στην οποία είχε οικοδομηθεί η διαδικασία αυτή, οδήγησε στην κατάρρευση των ίδιων των δημοκρατικών θεσμών.

Είναι επομένως φανερό ότι η θέσμιση της άμεσης δημοκρατίας είναι μόνο η αναγκαία συνθήκη για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Όπως το θέτει ο Καστοριάδης: «Η ύπαρξη ενός δημόσιου χώρου (δηλαδή ενός πολιτικού πεδίου που ανήκει σε όλους) δεν είναι απλώς ζήτημα νομικών διευθετήσεων που διασφαλίζουν το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου κτλ. Τέτοιες διευθετήσεις δεν είναι παρά συνθήκες για να υπάρξει ο δημόσιος χώρος». Για παράδειγμα, οι Αθηναίοι πολίτες , πριν και μετά τις διαβουλεύσεις τους στις συνελεύσεις, συζητούσαν  για την πολιτική στην αγορά. Παρόμοια, κρίσιμο ρόλο στην εκπαίδευση των πολιτών έπαιξε η παιδεία. Η παιδεία δεν είναι απλώς η εκπαίδευση αλλά η ανάπτυξη του χαρακτήρα και μια ολοκληρωμένη και ολόπλευρη απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, δηλαδή η εκπαίδευση του ατόμου ως πολίτη, η οποία, και μόνο, μπορεί «να δώσει αξιόλογο, ουσιαστικό περιεχόμενο στον “δημόσιο χώρο”». Όπως επισημαίνει ο Mogens Herman Hansen (ένας σημαντικός  ιστορικός που έχει ασχοληθεί  πολύ  με  την  Αρχαία Αθήνα) σε σχέση με τον κρίσιμο ρόλο της παιδείας:

Για τον ελληνικό τρόπο σκέψης, ήταν οι πολιτικοί θεσμοί που διαμόρφωναν τον «δημοκρατικό άνθρωπο» και τη «δημοκρατική ζωή» και όχι το αντίστροφο: οι θεσμοί της πόλεως εκπαίδευαν και διαμόρφωναν τις ζωές των πολιτών και το να έχεις καλή ζωή σήμαινε να έχεις τους καλύτερους θεσμούς και ένα σύστημα εκπαίδευσης απόλυτα συμβατό με αυτούς.

Συνομοσπονδιακή Δημοκρατία

Η βασική μονάδα της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων σε μια συνομοσπονδιακή δημοκρατία είναι η δημοτική συνέλευση, η οποία εξουσιοδοτεί τα δημοτικά δικαστήρια, την δημοτική πολιτοφυλακή κτλ. Πολλές όμως σημαντικές αποφάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται στο περιφερειακό ή συνομοσπονδιακό επίπεδο από εντολοδόχους των δημοτικών συνελεύσεων που συναπαρτίζουν τις περιφερειακές συνελεύσεις και τη συνομοσπονδιακή συνέλευση αντίστοιχα

Σήμερα, οι σοβαρές παρεξηγήσεις που δημιουργούνται συχνά μεταξύ των υποστηρικτών της αποκέντρωσης, οφείλονται στην πολύ συχνή αδυναμία τους να αντιληφθούν την ανάγκη για συνομοσπονδία ―η οποία, τουλάχιστον, συντελεί στην αντιστάθμιση της τάσης των αποκεντρωμένων  δήμων να παρασύρονται προς την απομόνωση και τον επαρχιωτισμό. Εάν δεν έχουμε μια σαφή αντίληψη της έννοιας τον συνομοσπονδισμού —το ότι, δηλαδή, αποτελεί μια αρχή-κλειδί και δίνει πληρέστερο νόημα στον αποκεντρωτισμό— τότε η ατζέντα για συνομοσπονδιακή περιεκτική δημοκρατία μπορεί εύκολα, στην καλύτερη περίπτωση, να καταστεί κενή, ή να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη εξαιρετικά τοπικιστικών στόχων στη χειρότερη.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Τι είναι ο συνομοσπονδισμός; Είναι πάνω απ’ όλα ένα δίκτυο εκτελεστικών συμβουλίων, των οποίων τα μέλη ή εντολοδόχοι εκλέγονται από λαϊκές «πρόσωπο-με-πρόσωπο» δημοκρατικές συνελεύσεις στα διάφορα χωριά, πόλεις, ακόμη και γειτονιές μεγάλων πόλεων, που αποτελούν τους νέους «δήμους». Το δίκτυο αυτό των  συνομοσπονδιακών συμβουλίων συγκροτεί την συνομοσπονδιακή συνέλευση που αποτελείται από ειδικούς εντολοδόχους, πάντοτε ανακλητούς και υπόλογους στις συνελεύσεις που τους εκλέγουν με μοναδική αρμοδιότητα να συντονίζουν και να  εκτελούν τις  πολιτικές που διαμορφώνουν οι ίδιες οι δημοτικές συνελεύσεις. Η λειτουργία τους είναι καθαρά εκτελεστική και δεν έχει σχέση με τη διαμόρφωση πολιτικής, όπως συμβαίνει με τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών σωμάτων στο κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης. Οι αρμοδιότητες της συνομοσπονδιακής συνέλευσης καθορίζονται από τις δημοτικές συνελεύσεις και αφορούν θέματα για τα οποία οι αποφάσεις δεν μπορεί να ληφθούν σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο (π.χ. θέματα επικοινωνιών, μεταφορών, προστασίας του περιβάλλοντος κ.λπ.). Έτσι, οι δημοτικές συνελεύσεις, ανάλογα με τον πληθυσμό του κάθε Δήμου εκλέγουν εντολοδόχους για την Συνομοσπονδιακή Συνέλευση καθώς και για τις περιφερειακές συνελεύσεις οι οποίες επιφορτίζονται με αρμοδιότητες σε θέματα που δεν μπορούν να λυθούν σε τοπικό επίπεδο αλλά ούτε χρειάζεται να παραπεμφθούν στο συνομοσπονδιακό επίπεδο (π.χ. θέματα κάλυψης περιφερειακών αναγκών στην υγεία, την εκπαίδευση κ.λπ.).

Η άποψη περί συνομοσπονδίας εμπεριέχει μια σαφή διάκριση μεταξύ της διαμόρφωσης πολιτικής, αφ’ ενός, και του συντονισμού και της εκτέλεσης της πολιτικής που έχει υιοθετηθεί, αφ’ ετέρου. Η διαμόρφωση πολιτικής είναι αποκλειστικό δικαίωμα των δημοτικών συνελεύσεων που βασίζονται στις πρακτικές της άμεσης δημοκρατίας: Ο συντονισμός κι η διαχείριση είναι υπευθυνότητα των συνομοσπονδιακών συμβουλίων, που γίνονται όργανα για τη διασύνδεση των χωριών, πόλεων, γειτονιών και μεγαλουπόλεων σε συνομοσπονδιακά δίκτυα. Η εξουσία επομένως ρέει από τη βάση προς την κορυφή κι όχι από την κορυφή προς τη βάση, και στις συνομοσπονδίες, η ροή της εξουσίας από τη βάση στην κορυφή ελαττώνεται ανάλογα με το πεδίο δράσεως του συνομοσπονδιακού συμβουλίου, που εκτείνεται εδαφικά από τους τοπικούς Δήμους σε περιφέρειες και από περιφέρειες σε ακόμα ευρύτερες εδαφικές περιοχές.

Το αποφασιστικό στοιχείο που δίνει υπόσταση στο συνομοσπονδισμό είναι η αλληλεξάρτηση των Δήμων με στόχο την αυθεντική αλληλοβοήθεια που βασίζεται στη συμμετοχή σε σχέση με την κατανομή των πόρων, την παραγωγή και τη διαμόρφωση πολιτικής. Εάν ένας Δήμος δεν είναι υποχρεωμένος να βασίζεται σε κάποιον άλλο Δήμο, ή άλλους γενικότερα, για την ικανοποίηση σημαντικών υλικών αναγκών και την πραγματοποίηση κοινών πολιτικών στόχων, με τρόπο που να αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου όλου, τότε η απομόνωση και ο ακραίος τοπικισμός είναι η πιθανότερη κατάληξη. Μόνο εφόσον αναγνωρίσουμε ότι η συνομοσπονδία πρέπει να θεωρηθεί ως η προέκταση ενός είδους συμμετοχικής διαχείρισης – δια μέσου συνομοσπονδιακών δικτύων – μπορεί η αποκέντρωση να εμποδίσει τους Δήμους από το να αποσυρθούν μέσα στα τοπικιστικά τους όρια σε βάρος ευρύτερων συνασπισμών ανθρώπινης συνεργασίας. Στόχος δηλαδή είναι η Δημοτική αυτοδυναμία και όχι η αυτάρκεια στο πλαίσιο μιας συνομοσπονδιακής Περιεκτικής Δημοκρατίας.

Ο συνομοσπονδισμός είναι επομένως ένας τρόπος διαιώνισης της αλληλεξάρτησης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ δήμων και περιφερειών ―πράγματι, είναι ένας τρόπος εκδημοκρατισμού αυτής της αλληλεξάρτησης χωρίς να εγκαταλειφθεί η αρχή του τοπικού ελέγχου. Επομένως, αν και ένας λογικός βαθμός αυτοδυναμίας είναι επιθυμητός σε κάθε περιοχή ή περιφέρεια, ο συνομοσπονδισμός αποτελεί μέσο αποφυγής του ακραίου τοπικισμού αφενός, καθώς και ενός εξωφρενικού εθνικού και παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας αφ’ ετέρου. Με δυο λόγια, είναι ένας τρόπος με τον οποίο ένας Δήμος μπορεί να διατηρήσει την ταυτότητα, την αυτονομία και την αυτοδυναμία του ενώ, παράλληλα, συμμετέχει ισότιμα στο μεγαλύτερο σύνολο που συγκροτεί μια Περιεκτική Δημοκρατία.

Το πρώτο ζήτημα που ανακύπτει σε σχέση με μια συνομοσπονδιακή δημοκρατία είναι το εάν, δεδομένου του μεγέθους των σύγχρονων κοινωνιών, η άμεση δημοκρατία είναι δυνατή σήμερα. Ένα συναφές πρόβλημα είναι πώς θα μπορούσε να αποτραπεί η μετεξέλιξη των περιφερειακών και συνομοσπονδιακών συμβουλίων και συνελεύσεων σε νέες εξουσιαστικές δομές  που θα άρχιζαν να «αντιπροσωπεύουν» τις δημοτικές συνελεύσεις. Όσον αφορά το ερώτημα κατά πόσο είναι σήμερα εφικτή μια συνομοσπονδιακή δημοκρατία: «το Παρίσι του 1793, μια πόλη με πληθυσμό πάνω από 700.000, είχε χωριστεί σε 48 τομείς, παράγοντας μια «δημοκρατία συνελεύσεων» σε μια από τις πιο σημαντικές επαναστάσεις της ιστορίας. Και αυτή η «δημοκρατία τομέων» δεν ξεχάστηκε στις επαναστάσεις του 1848 και του 1871 στο Παρίσι, ενώ ο πληθυσμός της πόλης μέχρι τότε είχε φτάσει τα δύο περίπου εκατομμύρια». Ακόμη όπως επισημαίνει ο  Hansen, συνοψίζοντας τα συμπεράσματα μιας πρόσφατης έρευνας πάνω στο ζήτημα, «η σύγχρονη τεχνολογία έχει καταστήσει την επιστροφή στην άμεση δημοκρατία εντελώς εφικτή –το εάν μια τέτοια επιστροφή είναι επιθυμητή ή όχι είναι άλλο ζήτημα».  

Πόλεις  όπως  η  Νέα  Υόρκη, το  Λονδίνο, η  Φρανκφούρτη, το  Μιλάνο  και  η  Μαδρίτη  μπορούν  να  είναι πολιτικά  αποκεντρωμένες  θεσμικά, είτε  μέσω  δημοτικών δικτύων  που στηρίζονται σε έναν αριθμό γειτονιών  είτε  μέσω  περιφερειακών  δικτύων, παρ’ όλο  το  μεγάλο  δομικό  τους  μέγεθος  και  την εσωτερική  τους  αλληλεξάρτηση.

Ακόμα, όσον αφορά το συναφές πρόβλημα της παρεμπόδισης του εκφυλισμού των συνομοσπονδιακών συμβουλίων σε νέες εξουσιαστικές δομές, η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί και πάλι να παίξει σημαντικό ρόλο. Ένα ηλεκτρονικό δίκτυο θα μπορούσε να συνδέει σε περιφερειακό ή συνομοσπονδιακό επίπεδο τις δημοτικές συνελεύσεις, σχηματίζοντας μια πελώρια «συνέλευση» των συνελεύσεων. Έτσι, θα γινόταν ακόμη ευκολότερος ο περιορισμός των μελών των περιφερειακών και συνομοσπονδιακών συμβουλίων σε καθαρά διοικητικά καθήκοντα συντονισμού και εκτέλεσης των πολιτικών που έχουν υιοθετήσει οι δημοτικές συνελεύσεις. Επιπλέον, στο θεσμικό επίπεδο, μπορούν να εισαχθούν στο σύστημα διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες που θα διασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της δημοκρατίας. Εντούτοις, σε τελική ανάλυση, είναι η παιδείααυτή που μπορεί να καθορίσει αποφασιστικά τη δημοκρατική πρακτική.

Μια άλλη συνήθης αντίρρηση που εγείρεται κατά της δημοκρατικής διαδικασίας λήψης των αποφάσεων είναι ότι μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην «τυραννία της πλειοψηφίας», όπου  διάφορες μειονότητες –σύμφωνα με πολιτισμικά, φυλετικά ή ακόμα και πολιτικά κριτήρια– καταπιέζονται από τις πλειονότητες. Έτσι, ορισμένοι ελευθεριακοί διακηρύσσουν ότι «η πλειοψηφία δεν έχει κανένα παραπάνω δικαίωμα να εξουσιάζει τη μειοψηφία, ακόμα και την μειοψηφία του ενός, απ’ ό,τι έχει η μειοψηφία να εξουσιάζει την πλειοψηφία». Άλλοι τονίζουν ότι «η δημοκρατική αρχή εξακολουθεί να είναι μια αρχή… εξακολουθεί να ενέχει ευγενώς την καταστολή της βούλησης ορισμένων ανθρώπων».

Υπάρχουν εδώ δύο θέματα που πρέπει να εξεταστούν ξεχωριστά. Πρώτον, το ζήτημα εάν η δημοκρατία εξακολουθεί να είναι «αρχή» και, δεύτερον, πώς οι μειοψηφίες, ακόμα και η μειοψηφία του ενός, μπορούν να προστατευθούν. Όσον αφορά στο πρώτο ζήτημα, είναι φανερό ότι όσοι υποθέτουν, λανθασμένα, ότι η δημοκρατία ενέχει μια μορφή «αρχής», συγχέουν την ακρατική δημοκρατία με την κρατικιστική. Το γεγονός, που απλώς αγνοείται από τους ελευθεριακούς που υιοθετούν αυτού του είδους την ένσταση κατά της δημοκρατίας, είναι ότι σε μια ακρατική αντίληψη της δημοκρατίας δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ δημοκρατίας και ελευθερίας του κοινωνικού ατόμου, εφόσον όλα τα κοινωνικά άτομα μοιράζονται εξίσου την εξουσία και μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο Μπούκτσιν, η εναλλακτική πρόταση που γίνεται από αυτούς, η ομοφωνία, είναι «η ατομικιστική εναλλακτική πρόταση στη δημοκρατία» ―μια εναλλακτική πρόταση που, στην πραγματικότητα, εξαλείφει την ατομική διαφορετικότητα που υποτίθεται ότι καταπιέζεται από τη δημοκρατία!

Όσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα, είναι αλήθεια ότι υπάρχει  πρόβλημα σε σχέση με το πώς οι μειοψηφίες, «ακόμα και του ενός», προστατεύονται από τις πλειοψηφίες και, συγκεκριμένα, πώς διασφαλίζονται ορισμένες θεμελιακές ατομικές ελευθερίες από τις αποφάσεις που έχει δημοκρατικά πάρει η πλειοψηφία. Ιστορικά,  η απάντηση που έχει δοθεί στο ερώτημα αυτό από τους υποστηρικτές της κρατικιστικής δημοκρατίας έχει πάρει τη μορφή των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».

Κατ’ αρχάς, αναπτύχθηκε  η φιλελεύθερη αντίληψη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων  από τους φιλελεύθερους φιλοσόφους του δεκάτου εβδόμου και του δεκάτου ογδόου αιώνα (Τζων Λοκ, Μοντεσκιέ, Βολταίρος, Ρουσσώ) και τις συγγενείς επαναστάσεις (Αγγλική, Γαλλική, Αμερινανική). Ο φιλελεύθερος ατομικισμός και το οικονομικό δόγμα του laissez-faire συνιστούν τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζονται τα δικαιώματα αυτά. Επιπλέον, σε συνέπεια με τη φιλελεύθερη αντίληψη της ελευθερίας, η οποία ορίζεται αρνητικά ως η απουσία περιορισμών στην ανθρώπινη δραστηριότητα, τα δικαιώματα αυτά ορίζονται επίσης με αρνητικό τρόπο ως «ελευθερία από», έχοντας ως ρητό τους στόχο τον περιορισμό της κρατικής εξουσίας.

Στη συνέχεια, ήταν η σειρά της «δεύτερης γενιάς» ανθρωπίνων δικαιωμάτων (κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα), τα οποία έχουν τις ρίζες τους στη σοσιαλιστική παράδοση, δηλαδή τους σοσιαλιστές στοχαστές και τα μαζικά κινήματα και τις εξεγέρσεις του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα. Το σημείο εκκίνησης εδώ ήταν η συνειδητοποίηση ότι η φιλελεύθερη αντίληψη διαχώριζε εντελώς τις ατομικές ελευθερίες από την κοινωνικό-οικονομική τους βάση, δηλαδή αγνοούσε τη δύναμη που δημιουργείται ως απόρροια της οικονομικής θέσης. «Τα ίσα δικαιώματα», σύμφωνα με τον Μαρξ, «είναι επίσης αστικά δικαιώματα», με την έννοια ότι προϋποθέτουν την ανισότητα. «Επομένως, τα δικαιώματα αυτά, όπως κάθε δικαίωμα, είναι κατά το περιεχόμενό τους δικαιώματα της ανισότητας». Σε συνέπεια με τη σοσιαλιστική αντίληψη της ελευθερίας που ορίζεται θετικά, τα κοινωνικό-οικονομικά δικαιώματα αυτής της κατηγορίας ορίζονται επίσης θετικά. Ο στόχος τους είναι η κοινωνική ισότητα, κυρίως με τη μορφή μιας ισότιμης συμμετοχής στην παραγωγή και διανομή του κοινωνικού προϊόντος, που επιτυγχάνεται μέσω της κρατικής παρέμβασης. Επομένως, τα δικαιώματα αυτά είναι «συλλογικά», με την έννοια ότι ανήκουν περισσότερο σε κοινότητες και ολόκληρες κοινωνίες παρά σε άτομα (δικαίωμα στην απασχόληση, δικαίωμα σε αμειβόμενη άδεια, κοινωνική ασφάλιση, εκπαίδευση κ.τ.λ.).

Τόσο η φιλελεύθερη όσο και η σοσιαλιστική αντίληψη βλέπουν τα πολιτικά  και κοινωνικό-οικονομικά δικαιώματα, ως ξεχωριστά το ένα από το άλλο —μια αντίληψη που, όπως τονίζει ένας πράσινος ακτιβιστής, αποτελεί υπο-προϊόν της θεώρησης που θεωρεί ότι η κοινωνική ύπαρξη διασπάται σε χωριστές —πολιτικές, οικονομικές— σφαίρες και που δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι «πράγματα όπως η ομάδα, τα αισθήματα, οι σχέσεις, η φύση, η κουλτούρα —ό,τι δηλαδή είναι απροσδιόριστο, μη δεχόμενο ποσοτικοποίηση, αισθησιακό, αλλά ευγενώς ανθρώπινο»— δεν είναι δυνατό να γίνουν αντιληπτά παρά μόνο μέσα από μια ολιστική αντίληψη των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Εντούτοις, ένα ακόμα πιο σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό της φιλελεύθερης και της σοσιαλιστικής αντίληψης των δικαιωμάτων είναι ότι προϋποθέτουν μια κρατικιστική μορφή δημοκρατίας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι κυρίως δικαιώματα εναντίον του κράτους. Είναι μόνο σε μορφές κοινωνικής οργάνωσης στις οποίες η πολιτική και οικονομική δύναμη συγκεντρώνεται στα χέρια των ελίτ, όπου πολλά από τα «δικαιώματα» αποκτούν νόημα, ενώ σε μια ακρατική μορφή δημοκρατίας, η οποία εξ ορισμού ενέχει την ισοκατανομή δύναμης, τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν κανένα νόημα. Την άποψη αυτή, για παράδειγμα, υιοθετεί ο Karl Hess, όταν δηλώνει ότι «τα δικαιώματα είναι εξουσία, η εξουσία κάποιου ατόμου ή ομάδας πάνω σε κάποιον άλλον… τα δικαιώματα απορρέουν από εξουσιαστικούς θεσμούς.»

Κατ’ αρχήν, επομένως, το θέμα των ανθρώπινων δικαιωμάτων θα έπρεπε να είναι ανύπαρκτο στην περίπτωση της ακρατικής δημοκρατίας, όπως την ορίσαμε. Όμως, ακόμα και στη περιεκτική δημοκρατία, παραμένει το ερώτημα πώς θα μπορούσε να προστατευθεί καλύτερα η ελευθερία του ατόμου από τις συλλογικές αποφάσεις των συνελεύσεων. Οι κλασικοί αναρχικοί, όπως ο Προυντόν και ο Κροπότκιν, καθώς και μερικοί σύγχρονοι, όπως ο Karl Hess, προσβλέπουν σε συμβόλαια με τη μορφή εκούσιων συμβάσεων για την τακτοποίηση των υποθέσεων μεταξύ των πολιτών  σε μια ακρατική κοινωνία. Κατά τη γνώμη μας όμως, το θέμα της προστασίας των ατομικών ελευθεριών από τις αποφάσεις της πλειοψηφίας δεν μπορεί να αφεθεί απλώς σε εκούσιες συμβάσεις, οι οποίες εύκολα θα μπορούσαν να αθετηθούν. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό θέμα, που, όπως κάθε σημαντικό θέμα, θα πρέπει να αποφασίζεται δημοκρατικά. Εάν επομένως δεν είναι πρακτικό, και ίσως δεν είναι και ηθικό, να απαιτείται ομόφωνη απόφαση για την καθιέρωση (ή την κατάργηση) παρόμοιων ελευθεριών, αυτό δεν σημαίνει ότι θέματα παρόμοιας σημασίας θα μπορούσαν  να αποφασίζονται με την απλή πλειοψηφία μιας τοπικής ή περιφερειακής συνέλευσης. Ίσως το θέμα αυτό να αποτελεί τυπικό παράδειγμα μιας κατηγορίας αποφάσεων οι οποίες θα πρέπει να παίρνονται από τις συνομοσπονδιακές συνελεύσεις, απαιτουμένων εξαιρετικών πλειοψηφιών και απαρτίας.

Εντούτοις, η δημοκρατία, για να είναι ανεκτή, προϋποθέτει ένα σημαντικό βαθμό πολιτισμικής ομογενοποίησης. Οι πολιτισμικοί διαχωρισμοί μπορεί να δημιουργήσουν εχθρότητα εναντίον της πλειοψηφικής εξουσίας (majority rule) ή έλλειψη ανεκτικότητας  σε σχέση με τα δικαιώματα των μειονοτήτων. Επομένως, παρά τις παραπάνω ασφαλιστικές δικλείδες, μπορεί να εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα καταπίεσης φυλετικών ή εθνοτικών μειονοτήτων από τις πλειονότητες. Μια πιθανή λύση σ’ ένα τέτοιο πρόβλημα θα μπορούσε να αποτελεί η πρόταση που διατυπώνει ο Howard Hawkins σε σχέση με την αμερικανική εμπειρία:

Η κοινοτιστική προσέγγιση, ξεκινώντας από το γεγονός του υπάρχοντος γεωγραφικού διαχωρισμού των έγχρωμων ανθρώπων από τον λευκό ρατσισμό, θα μπορούσε να προωθήσει ένα πρόγραμμα δημιουργίας συνομοσπονδιών αυτοδιοικούμενων κοινοτήτων. Αυτές οι αυτοδιοικούμενες συνομοσπονδίες θα μπορούσαν να αναπτύξουν  την αμοιβαία βοήθεια και αυτοδυναμία σε βαθμό που θα τις απομόνωνε σημαντικά από τη μισαλλοδοξία της λευκής ρατσιστικής πλειονότητας… Οι ριζοσπαστικοποιημένες κοινότητες των εγχρώμων, συμμετέχοντας στην ευρύτερη κοινωνία με μια ανεξάρτητη βάση δύναμης, θα ανάγκαζαν τουλάχιστον τις λευκές κοινότητες να επιλέξουν μεταξύ της συνέχισης του ρατσισμού ή της ανάπτυξης μιας νέας σχέσης αμοιβαίου σεβασμού και ισότητας.

Έτσι, όπου υπάρχουν γεωγραφικά διαχωρισμένες μειονότητες, η παραπάνω λύση θα μπορούσε να διασφαλίσει τη θέση τους. Αλλά, στην περίπτωση που δεν υπάρχει ένας τέτοιος γεωγραφικός διαχωρισμός, θα πρέπει ίσως να εισαχθούν νέες θεσμικές διευθετήσεις, που θα δημιουργούσαν χωριστές συνελεύσεις των μειονοτήτων μέσα στα πλαίσια της συνομοσπονδίας, ή που θα παρείχαν ίσως στις μειονότητες το δικαίωμα άσκησης ομαδικού βέτο.

Φυσικά, οι θεσμικές διευθετήσεις δημιουργούν μόνο τις προϋποθέσεις της ελευθερίας. Σε τελική ανάλυση, η ατομική και κοινωνική αυτονομία εξαρτάται από την εσωτερίκευση των δημοκρατικών αξιών από κάθε πολίτη. Επομένως, η παιδεία παίζει και πάλι έναν κρίσιμο ρόλο. Είναι η παιδεία, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο πολιτικής συνείδησης, το οποίο αναμένεται να δημιουργήσει η συμμετοχή σε μια δημοκρατική κοινωνία, που θα βοηθήσει αποφασιστικά στην εγκαθίδρυση ενός νέου ηθικού κώδικα που θα καθορίζει την ανθρώπινη συμπεριφορά σε μια δημοκρατική κοινωνία. Μάλλον  δεν θα ήταν δύσκολο να δειχθεί ότι οι ηθικές αξίες, οι οποίες είναι συμβατές με την ατομική και την κοινωνική αυτονομία και με τη ζωή σε μια κοινωνία που θεμελιώνεται στον Δήμο, είναι εκείνες που βασίζονται στη συνεργασία, την αμοιβαία βοήθεια και την αλληλεγγύη. Η υιοθέτηση επομένως παρόμοιων ηθικών αξιών θα είναι το αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής από αυτόνομα άτομα που ζουν σε μια αυτόνομη κοινωνία και όχι η έκβαση κάποιων θείων, φυσικών, ή κοινωνικών «νόμων» ή «τάσεων».


2) H Στρατηγική μετάβασης σε μια Συνομοσπονδιακή Περιεκτική Δημοκρατία

Η στρατηγική για τη μετάβαση στη συνομοσπονδιακή πολιτική δημοκρατία

Σύμφωνα με την προβληματική της περιεκτικής δημοκρατίας, η μόνη ρεαλιστική προσέγγιση για τη δημιουργία μιας νέας κοινωνίας πέρα από την οικονομία της αγοράς και το έθνος-κράτος, καθώς και τις νέες διεθνικές μορφές κρατικιστικης οργάνωσης που αναδύονται τώρα, είναι μια πολιτική στρατηγική που περιλαμβάνει τη βαθμιαία ανάμιξη ενός ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων σ’ ένα νέο είδος πολιτικής και την παράλληλη μετατόπιση των οικονομικών πόρων/μεσων παραγωγής (εργασία, κεφάλαιο, γη) από την οικονομία της αγοράς. Ο στόχος μιας τέτοιας μεταβατικής στρατηγικής θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός νέου θεσμικού πλαισίου και συστημάτων αξιών που, μετά από μια περίοδο έντασης μεταξύ των νέων θεσμών και του κράτους, θα αντικαταστήσουν, σε κάποιο σημείο, την οικονομία της αγοράς, την κρατικιστική δημοκρατία και το κοινωνικό παράδειγμα (δηλαδή τον τρόπο θεώρησης της κοινωνίας) που τις «νομιμοποιεί» με μια περιεκτική δημοκρατία και ένα νέο δημοκρατικό παράδειγμα  αντίστοιχα.

Είναι σαφές ότι το μεταβατικό στάδιο περιέχει στοιχεία που δεν θα υφίστανται στην τελική κοινωνία. Για παράδειγμα, πολλά από τα στοιχεία που συνιστούν μια μεταβατική οικονομική δημοκρατία προφανώς δεν θα αποτελούν συστατικά στοιχεία της μελλοντικής κοινωνίας. Η περιεκτική δημοκρατία είναι μια κοινωνία χωρίς κράτος, χωρίς χρήμα και χωρίς αγορά. Από την άλλη μεριά, η μεταβατική στρατηγική, θεωρώντας δεδομένες την κρατικιστική «δημοκρατία» και την οικονομία της αγοράς, στοχεύει στη δημιουργία εναλλακτικών θεσμών και αξιών που θα οδηγήσουν στην εξάλειψη των σημερινών ιεραρχικών θεσμών και αξιών.

Ένα παρόμοιο θέμα προκύπτει όταν εξετάζουμε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την αποκέντρωση. Χρειάζεται, χωρίς αμφιβολία, πολύ καιρός για τη φυσική αποκέντρωση μιας αστικής οντότητας όπως π.χ. η πόλη της Νέας Υόρκης σε αυθεντικές τοπικές κοινότητες και, τελικά, σε δήμους: Τέτοια προσπάθεια αποτελεί τμήμα του μαξιμαλιστικού προγράμματος ενός κινήματος για την Περιεκτική Δημοκρατία. Δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος που να εμποδίζει την αργή, διοικητική αποκέντρωση μιας αστικής οντότητας τέτοιου μεγέθους. Η διάκριση μεταξύ της φυσικής και διοικητικής αποκέντρωσης πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη. Οι εξαιρετικές προτάσεις που έχουν επανειλημμένα προωθηθεί από ριζοσπάστες, ακόμα και πολεοδόμους, για τη δημιουργία τοπικής δημοκρατίας στις τεράστιες αυτές αστικές οντότητες και την παραχώρηση, στην ουσία, μεγαλύτερης εξουσίας στο λαό, εξουδετερώθηκαν με κυνισμό από τους υποστηρικτές του συγκεντρωτισμού που επικαλούνται φυσικά κωλύματα για να εμποδίσουν αυτές τις απόπειρες.

Η ταύτιση της διοικητικής αποκέντρωσης με τη φυσική διάλυση μιας τέτοιας μεγάλης αστικής οντότητας συσκοτίζει τη θέση των υποστηρικτών της αποκέντρωσης. Οι υποστηρικτές του συγκεντρωτισμού σκόπιμα ταυτίζουν ή συγχέουν μεταξύ τους αυτές τις δύο πολύ ευδιάκριτες πορείες ανάπτυξης. Οι υποστηρικτές της περιεκτικής δημοκρατίας πρέπει πάντοτε να κάνουν τη διάκριση μεταξύ διοικητικής και φυσικής αποκέντρωσης, και να αναγνωρίζουν ότι η πρώτη είναι πλήρως πραγματοποιήσιμη, ακόμα κι αν η δεύτερη χρειάζεται ίσως χρόνια για να επιτευχθεί.

Επομένως, το ερώτημα που προκύπτει εδώ είναι τι είδους στρατηγική μπορεί να εξασφαλίσει τη μετάβαση προς μια περιεκτική δημοκρατία; Συγκεκριμένα, τι είδους δράση και πολιτική οργάνωση μπορεί να αποτελεί μέρος του δημοκρατικού προτάγματος; Σ’ αυτή την προβληματική έχουμε να αντιμετωπίσουμε ερωτήματα για τη σημασία των αγώνων και των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με κάθε συστατικό της περιεκτικής δημοκρατίας: το οικονομικό, το πολιτικό, το κοινωνικό και το οικολογικό. Μια γενική κατευθυντήρια αρχή στην επιλογή μιας κατάλληλης μεταβατικής στρατηγικής είναι η συνέπεια μεταξύ στόχων και μέσων. Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ότι μια στρατηγική που στοχεύει σε μια περιεκτική δημοκρατία δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της χρήσης ολιγαρχικών πολιτικών πρακτικών ή ατομικιστικών δραστηριοτήτων.

Έτσι, όσον αφορά, πρώτον, στη σημασία της συλλογικής δράσης με τη μορφή ταξικών συγκρούσεων ανάμεσα στα θύματα της διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς και της κυρίαρχης ελίτ, πιστεύουμε ότι δεν πρέπει να υπάρχει κανένας δισταγμός στην υποστήριξη όλων αυτών των αγώνων, οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν στο να γίνει φανερή η καταπιεστική φύση της κρατικιστικής δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς. Πρέπει όμως να καταδεικνύεται πάντοτε η συστημική φύση των αιτίων αυτών των συγκρούσεων και το έργο αυτό δεν μπορεί προφανώς να αφεθεί στις γραφειοκρατικές ηγεσίες των συνδικάτων και άλλων παραδοσιακών οργανώσεων. Αυτό είναι έργο των συνελεύσεων στους χώρους εργασίας, οι οποίες θα μπορούσαν να συνομοσπονδιοποιηθούν και να πάρουν μέρος σε τέτοιους αγώνες, ως μέρος ενός ευρύτερου δημοκρατικού κινήματος που βασίζεται σε δήμους και στις συνομοσπονδιακές δομές τους.

Στη συνέχεια τίθεται το ζήτημα της σημασίας της δράσης στη βάση, με τη μορφή της εκπαίδευσης ή, εναλλακτικά, της άμεσης δράσης και δραστηριοτήτων όπως η Κοινοτική Οικονομική Ανάπτυξη, αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια, στεγαστικοί συνεταιρισμοί, σχήματα LETS (τοπικές ανταλλαγές χωρίς τη μεσολάβηση χρήματος), κομμούνες, αυτοδιαχειριζόμενες φάρμες και ούτω καθεξής. Είναι φανερό ότι τέτοιες δραστηριότητες δεν μπορούν να οδηγήσουν από μόνες τους σε ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή. Από την άλλη μεριά, αυτές οι δραστηριότητες είναι αναγκαία και επιθυμητά μέρη μιας περιεκτικής πολιτικής στρατηγικής, στην οποία η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές εκφράζει την κλιμάκωση της δράσης στη βάση. Και αυτό, επειδή η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές παρέχει πράγματι το πιο αποτελεσματικό μέσο για τη μαζική δημοσιοποίηση ενός προγράμματος για μια περιεκτική δημοκρατία, καθώς και την ευκαιρία να αρχίσει άμεση εφαρμογή του σε σημαντική κοινωνική κλίμακα.

Με άλλα λόγια, η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές δεν είναι μόνο μια εκπαιδευτική άσκηση αλλά και μια έκφραση της πεποίθησης ότι μόνο σε τοπικό επίπεδο, στο επίπεδο του δήμου, μπορεί να εγκαθιδρυθεί σήμερα η άμεση και οικονομική δημοκρατία. Επομένως, η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές είναι επίσης μια στρατηγική για να αποκτηθεί εξουσία, με στόχο την άμεση κατάλυσή της, μέσω της μεταβίβασης –από την επόμενη μέρα της νίκης στις εκλογές– της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων από τις τοπικές αρχές στις συνελεύσεις. Η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές δίνει την ευκαιρία να ξεκινήσει η αλλαγή της κοινωνίας από τα κάτω, που είναι η μόνη δημοκρατική στρατηγική, αντίθετα από τις κρατικιστικές προσεγγίσεις που σκοπεύουν να αλλάξουν την κοινωνία από τα πάνω. Επειδή ακριβώς ο δήμος αποτελεί τη θεμελιώδη κοινωνική και οικονομική μονάδα μιας μελλοντικής δημοκρατικής κοινωνίας, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί για να αλλάξουμε την κοινωνία ―αντίθετα, οι κρατιστές, σε συνέπεια με την κρατικιστική τους αντίληψη για τη δημοκρατία, πιστεύουν ότι πρέπει να ξεκινήσουν από την κορυφή, από το κράτος, προκειμένου να το «εκδημοκρατίσουν».

Οι κρατιστές επομένως είναι απόλυτα συνεπείς με τους στόχους τους, όταν συμμετέχουν στις βουλευτικές εκλογές, στις ομοσπονδιακές εκλογές ή στις ευρωεκλογές, ενώ οι υποστηρικτές μιας περιεκτικής δημοκρατίας θα ήταν απολύτως ασυνεπείς με τους δεδηλωμένους στόχους τους εάν έκαναν το ίδιο. Εν συντομία, η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των τοπικών εκλογών από τη μια μεριά και των βουλευτικών εκλογών από την άλλη (για το εθνικό ή για το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο) είναι ότι, ενώ η συμμετοχή στις πρώτες είναι συμβατή με το στόχο μιας περιεκτικής δημοκρατίας και είναι ικανή να οδηγήσει, από μόνη της, στη διάλυση των εξουσιαστικών σχέσεων, η συμμετοχή στις βουλευτικές εκλογές ούτε είναι συμβατή με τη περιεκτική δημοκρατία, ούτε μπορεί να οδηγήσει στη δυναμική της στη διάλυση των εξουσιαστικών σχέσεων.

Από τη σκοπιά αυτή, η διάκριση που κάνουν  ορισμένοι μεταξύ της συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές (μόνο για εκπαιδευτικούς λόγους) και της συμμετοχής στις τοπικές εκλογές (για εκπαιδευτικούς λόγους, αλλά και με σκοπό τη νίκη ώστε να εφαρμοστεί το πρόγραμμα της συνομοσπονδιακής περιεκτικής δημοκρατίας) εισάγει μια διπλή ασυμβατότητα: πρώτον,  ασυμβατότητα μεταξύ του στόχου της περιεκτικής δημοκρατίας και των μέσων για την επίτευξή της, η οποία θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα, τουλάχιστον, μια σύγχυση γύρω από την πραγματική φύση του κινήματος, δεύτερον, ασυμβατότητα μεταξύ της πραγματικής φύσης της διεκδίκησης ενός κρατικού αξιώματος, η οποία στην πορεία ενσωματώνει τη λογική ενός διαφορετικού κοινωνικού συστήματος («διεκδικούμε το αξίωμα αυτό προκειμένου να το χρησιμοποιήσουμε για να λύσουμε τα προβλήματά σας») και της εκπαιδευτικής φύσης που αποδίδουν σ’ αυτή τη διεκδίκηση («συμμετέχουμε στις εκλογές για να μην κερδίσουμε το αξίωμα»), μια ασυμβατότητα που εύκολα θα μπορούσε να περιθωριοποιήσει τους υποψήφιους ως άσχετους με την εκλογική διαδικασία.

Ο άμεσος στόχος θα πρέπει επομένως να είναι η δημιουργία, από τα κάτω, «λαϊκών βάσεων πολιτικής και οικονομικής δύναμης», δηλαδή, η εγκαθίδρυση τοπικών δημόσιων χώρων άμεσης και οικονομικής δημοκρατίας, οι οποίοι, σε κάποιο σημείο, θα συνομοσπονδιοποιηθούν για να δημιουργήσουν τις συνθήκες για την εγκαθίδρυση μιας νέας κοινωνίας. Σύμφωνα με την προβληματική της  περιεκτικής δημοκρατίας, η προσέγγιση αυτή προσφέρει σήμερα την πιο ρεαλιστική στρατηγική για την εδώ και τώρα αντιμετώπιση των θεμελιακών κοινωνικών, οικονομικών και οικολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε και ταυτόχρονα για τη διάλυση των υπαρχουσών εξουσιαστικών δομών. Ένα πολιτικό πρόγραμμα με βάση τη δέσμευση για τη δημιουργία θεσμών περιεκτικής δημοκρατίας θα κεντρίσει εντέλει τη φαντασία της πλειονότητας του πληθυσμού, η οποία σήμερα υποφέρει  από τις συνέπειες της συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής δύναμης εξαιτίας:

  • του αποκλεισμού της από τον σημερινό «δημόσιο» χώρο, ο οποίος μονοπωλείται από τους επαγγελματίες πολιτικούς.
  • της αποστέρησής της από τη δυνατότητα να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο ικανοποιούνται οι ανάγκες της, που αφήνεται σήμερα στις δυνάμεις τις αγορές.
  • της καθημερινής επιδείνωσης της ποιότητας ζωής, λόγω της αναπόφευκτης υποβάθμισης του περιβάλλοντος, που επιβάλλει η δυναμική της αγοράς.

Από τη στιγμή που οι θεσμοί της περιεκτικής δημοκρατίας αρχίζουν να εγκαθιδρύονται και οι άνθρωποι, για πρώτη φορά στη ζωή τους, αρχίζουν να έχουν πραγματική δύναμη να καθορίσουν οι ίδιοι τη μοίρα τους,  θα τεθεί σε κίνηση η σταδιακή διάβρωση του κυρίαρχου κοινωνικού παραδείγματος και του σημερινού θεσμικού πλαισίου. Μια νέα λαϊκή βάση θα έχει δημιουργηθεί. Η μια πόλη μετά την άλλη, η μια περιοχή μετά την άλλη θα απομακρύνονται από τον αποτελεσματικό έλεγχο της οικονομίας της αγοράς και του έθνους-κράτους, καθώς οι πολιτικές και οικονομικές δομές τους θα αντικαθίστανται από τις συνομοσπονδίες των δημοκρατικά διευθυνόμενων δήμων. Θα δημιουργηθεί μια δυαδική εξουσία σ’ ένταση με το κράτος. Φυσικά, σε κάποιο στάδιο, οι κυρίαρχες ελίτ και οι υποστηρικτές τους (που δεν θα συμφωνούν ασφαλώς με την ιδέα της σταδιακής διάβρωσης των προνομίων τους), αφού θα έχουν εξαντλήσει διακριτικότερα μέσα ελέγχου (ΜΜΕ, οικονομική βία κ.λπ.), είναι πιθανό να καταφύγουν στη φυσική βία για να προστατέψουν τα προνόμιά τους, όπως έκαναν πάντοτε στο παρελθόν. Αλλά, ως τότε, ένα νέο εναλλακτικό παράδειγμα θα έχει γίνει ηγεμονικό και θα έχει ήδη επέλθει η ρήξη στη διαδικασία κοινωνικοποίησης – ρήξη που αποτελεί την προϋπόθεση για να επέλθει μια αλλαγή στη θεσμισμένη κοινωνία. Η νομιμοποίηση της σημερινής «δημοκρατίας» θα έχει χαθεί. Σ’ αυτό το στάδιο, η πλειονότητα των ανθρώπων θα είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την κρατική βία προκειμένου να υπερασπίσουν τις νέες πολιτικές και οικονομικές δομές. Από τη στιγμή που οι πολίτες θα έχουν γευτεί μια πραγματική δημοκρατία, κανένα είδος φυσικής ή οικονομικής βίας δεν θα είναι αρκετό για να τους «πείσει» να επιστρέψουν στις ψευδο-δημοκρατικές μορφές οργάνωσης.

Ένα νέο είδος πολιτικής οργάνωσης

Η υλοποίηση μια στρατηγικής σαν κι αυτή που σκιαγραφείται παραπάνω απαιτεί ένα νέο είδος πολιτικής οργάνωσης που θα αντικατοπτρίζει την επιθυμητή διάρθρωση της κοινωνίας. Η οργάνωση αυτή δεν μπορεί βέβαια να είναι το συνηθισμένο πολιτικό κόμμα, αλλά μια μορφή «δημοκρατίας εν δράσει», η οποία θα αναλαμβάνει διάφορες συλλογικές μορφές παρέμβασης:

  • στο πολιτικό επίπεδο (δημιουργία «σκιωδών» πολιτικών θεσμών που βασίζονται στην άμεση δημοκρατία, συνελεύσεις γειτονιάς κ.λπ.)
  • στο οικονομικό επίπεδο (εγκαθίδρυση δημοτικών μονάδων στο επίπεδο της παραγωγής και της διανομής, των οποίων η ιδιοκτησία και ο έλεγχος είναι συλλογικός)
  • στο κοινωνικό επίπεδο (δημοκρατία στο χώρο εργασίας, στο νοικοκυριό κ.λπ.)
  • στο πολιτισμικό επίπεδο (δημιουργία δημοτικά ελεγχόμενων καλλιτεχνικών και επικοινωνιακών δραστηριοτήτων)

Εντούτοις, όλες αυτές οι μορφές παρέμβασης θα πρέπει να αποτελούν μέρος ενός συνεκτικού προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού με στόχο τον κοινωνικό μετασχηματισμό κάθε δήμου που έχει κερδισθεί στις τοπικές εκλογές σε μια περιεκτική δημοκρατία. Η νέα πολιτική οργάνωση θα μπορούσε, για παράδειγμα, να πάρει τη μορφή μιας συνομοσπονδίας αυτόνομων ομάδων (στο περιφερειακό, εθνικό, ηπειρωτικό και παγκόσμιο επίπεδο) που στοχεύουν στο δημοκρατικό μετασχηματισμό των αντίστοιχων κοινοτήτων τους. Τα μέλη της οργάνωσης αυτής δεν δεσμεύονται σε κανένα κλειστό φιλοσοφικό σύστημα, αλλά μόνο στο πρόγραμμα για μια περιεκτική δημοκρατία βασισμένης σε μια συνομοσπονδία δήμων. Οι ακτιβιστές του κινήματος αυτού δεν δρουν ως «κομματικά στελέχη», αλλά ως καταλύτες για την εγκαθίδρυση των νέων θεσμών. Η πολιτική τους δέσμευση αναφέρεται στους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς και όχι στην πολιτική οργάνωση ή, όπως το θέτει ο Μάρρεϊ Μπούκτσιν, «στις κοινωνικές και όχι στις πολιτικές μορφές».

Η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας αναγκαστικά θα είναι μια μακρά διαδικασία που απαιτεί τη δημιουργία ενός τεράστιου λαϊκού κινήματος. Όπως επισημαίνει ο Καστοριάδης, η εγκαθίδρυση της δημοκρατίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο

από ένα πελώριο παγκόσμιο κίνημα  και μπορεί να γίνει νοητή μόνο μέσα σε μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Κι αυτό γιατί ένα τέτοιο κίνημα –που πηγαίνει πολύ μακρύτερα απ’ ό,τι συνήθως αντιλαμβανόμαστε ως «πολιτικό κίνημα»– δεν πρόκειται να γεννηθεί εάν δεν αμφισβητεί όλες τις θεσμικές σημασίες, τις νόρμες και τις αξίες που κυριαρχούν στο σημερινό σύστημα… ως ένας βαθύς ψυχικός και ανθρωπολογικός μετασχηματισμός που συνοδεύεται με την παράλληλη δημιουργία νέων μορφών ζωής και νέων σημασιών σε όλα τα πεδία.

Είναι επομένως αναγκαίο ότι η νέα πολιτική οργάνωση θα θεμελιώνεται στην ευρύτερη δυνατή πολιτική βάση. Σύμφωνα με την προβληματική της Περιεκτικής Δημοκρατίας, αυτό σημαίνει ένα ευρύ φάσμα ριζοσπαστικών κινημάτων που περιλαμβάνει άνδρες και γυναίκες που δρουν στα κινήματα για την ατομική και κοινωνική αυτονομία, καθώς και τα κινήματα ριζοσπαστικής οικολογίας, ελευθεριακού σοσιαλισμού, ριζοσπαστικού φεμινισμού, τους αριστερούς ελευθεριακούς και κάθε άλλο ρεύμα που υιοθετεί το πρόταγμα για την περιεκτική δημοκρατία.

Δεδομένης της ευρείας προοπτικής του προτάγματος για μια περιεκτική δημοκρατία, το νέο κίνημα θα πρέπει να ασκεί έλξη σ’ όλα σχεδόν τα τμήματα του πληθυσμού, με εξαίρεση την υπερτάξη και τις κυρίαρχες ελίτ.

Πέρα από τα ταξικά προβλήματα που μια οικονομική δημοκρατία υπόσχεται να επιλύσει, υπάρχουν επίσης τα διαταξικά προβλήματα της καταπίεσης με βάση το φύλο, την ηλικία, την εθνότητα και την ιεραρχία καθώς επίσης το μείζον οικολογικό πρόβλημα. Έτσι, μια περιεκτική δημοκρατία, και συγκεκριμένα οι συνιστώσες της που αφορούν την άμεση δημοκρατία, και τη δημοκρατία στο κοινωνικό πεδίο, θα πρέπει να έλκουν όχι μόνο τα θύματα της οικονομίας της αγοράς, αλλά και όλους όσους αλλοτριώνονται από τη σημερινή  διαχείριση της εξουσίας από τους επαγγελματίες πολιτικούς οποία περνάει για «πολιτική»:

  • εργάτες που αλλοτριώνονται από τις ιεραρχικές δομές στο χώρο εργασίας,
  • γυναίκες που αλλοτριώνονται από τις ιεραρχικές δομές τόσο στο σπίτι όσο και στο χώρο εργασίας,
  • εθνοτικές ή φυλετικές μειονότητες που αλλοτριώνονται από τις διακρίσεις μιας κρατικιστικής «δημοκρατίας» και
  • τους πολίτες γενικά που αλλοτριώνονται από τον τρόπο λήψης αποφάσεων για τα κοινά που έχουν άμεσες επιδράσεις στη ζωή τους

Η ανάπτυξη ενός νέου, ευρέως ριζοσπαστικού δημοκρατικού κινήματος σήμερα θα εξέφραζε τη σύνθεση, καθώς και την υπέρβαση, των κορυφαίων κινημάτων για την κοινωνική αλλαγή του αιώνα που πέρασε και θα άνοιγε τον δρόμο για μια πραγματικά δημοκρατική κοινωνία στον αιώνα που αρχίζει. Πιστεύουμε ότι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος από τη σημερινή πολυδιάστατη κρίση είναι η δημιουργία ενός τέτοιου ριζοσπαστικού κινήματος, το οποίο, χωρίς ιδεολογικές προκαταλήψεις, πέρα από τη δέσμευσή του σε μια περιεκτική δημοκρατία, θα παλέψει για να θέσει ένα τέλος στη συνεχιζόμενη –και πρόσφατα επιταχυνόμενη– καταστροφή της ανθρώπινης ζωής και των φυσικών πόρων και για την εδώ και τώρα εγκαθίδρυση του Βασιλείου της ελευθερίας.



3) Κριτική Επισκόπιση της μεταβατικής στρατηγικής της ΠΔ και εναλλακτικών στρατηγικών

Κριτική της Συνομοσπονδιακής Δημοκρατίας

Ακριβώς επειδή η συνομοσπονδιακή δημοκρατία προσφέρει, ίσως, τη μοναδική ρεαλιστική διέξοδο από την πολυδιάστατη κρίση και, ταυτόχρονα, αποτελεί μία μορφή κοινωνικής οργάνωσης που πληροί τις θεσμικές προϋποθέσεις της ατομικής και κοινωνικής αυτονομίας, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με επιθέσεις που γίνονται εναντίον της από κρατιστές όλων των πεποιθήσεων και, παραδόξως (από πρώτη άποψη), ακόμα και από ορισμένους ελευθεριακούς. Όσον αφορά τους πρώτους, δεν είναι περίεργο ότι υποστηρικτές τηςκοινωνίας των πολιτών, όπως ο Andre Gorz, επιτίθενται σήμερα κατά της κοινωνίας που θεμελιώνεται  στον δήμο. Εντούτοις, αυτό που είναι όντως περίεργο είναι το γεγονός ότι ένα από τα βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ενάντια σε μια τέτοια κοινωνία είναι ότι θα βρίσκεται αναπόφευκτα σ’ αντίθεση με την ατομική αυτονομία, υποτίθεται επειδή θα αποτελεί ένα άλλο σύστημα, ενώ ο στόχος θα πρέπει να είναι η κατάργηση όλων εκείνων των στοιχείων που καθιστούν την κοινωνία ένα σύστημα. Στην πορεία, όμως, ο Gorz καθιστά σαφές ότι θεωρεί δεδομένο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και το κράτος, επιμένοντας ότι «ο σοσιαλιστικός στόχος δεν θα πρέπει να είναι η εξάλειψη του συστήματος ή της σφαίρας της ετερονομίας, αλλά ο περιορισμός της στο ελάχιστο απαραίτητο».

Μια συνήθης κατηγορία που διατυπώνεται ενάντια σε μια συνομοσπονδιακή δημοκρατία είναι ότι η «πολυπλοκότητα» και το μέγεθος των σημερινών κοινωνιών καθιστούν μια τέτοια κοινωνία ένα ουτοπικό όνειρο. Έτσι, ο Andre Gorz, πάλι, υποστηρίζει ότι μια δημοτική κοινωνία είναι αδύνατη, επειδή προϋποθέτει τη «ριζική εξάλειψη» των βιομηχανικών τεχνικών, των εξειδικευμένων λειτουργιών και του καταμερισμού εργασίας.

Είναι προφανές και γενικά αποδεκτό ότι μια πολύπλοκη κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εμπορευματικές σχέσεις και αγορές. Η πλήρης εξάλειψη των εμπορευματικών σχέσεων θα προϋπέθετε την κατάργηση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και την εξειδίκευση, καθώς και την επιστροφή σε αυτάρκεις κοινότητες ή σε μια κοινωνία τύπου kibbutz (…) Το κράτος θα έπρεπε να φροντίζει για την άμυνα και το γενικό συμφέρον, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης ενός συστήματος της αγοράς.

Εντούτοις, μια συνομοσπονδιακή δημοκρατία δεν προϋποθέτει τίποτα τέτοιο. Όχι μόνο η σύγχρονη τεχνολογία είναι απολύτως συμβατή με μια τέτοια κοινωνία, όπως έχει δείξει ο Μάρεϊ Μπούκτσιν, αλλά επίσης όλα όσα λέγονται για μια επιστροφή σε αυτάρκεις κοινότητες ή σε μια κοινωνία τύπου kibbutz εκφράζουν μια πλήρη παρανόηση των προτάσεων που αφορούν στην οικονομική οργάνωση μιας τέτοιας κοινωνίας. Όπως θα προσπαθήσουμε να δείξουμε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, μια συνομοσπονδιακή δημοκρατία θα μπορούσε να λειτουργεί στη βάση ενός μείγματος δημοκρατικού σχεδιασμού και μιας τεχνητής «αγοράς», που θα περιλαμβάνει τη χρήση προσωπικών διατακτικών που θα εκδίδονται για κάθε πολίτη. Ένα σύστημα σαν και το προτεινόμενο ούτε αποκλείει την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας, ούτε εξαρτάται από ένα σύστημα αυταρκών κοινοτήτων –ένα σύστημα που, σήμερα, ούτως ή άλλως δεν είναι εφικτό. Αυτό που το προτεινόμενο σύστημα πράγματι αποκλείει είναι η οικονομία της αγοράς και το κράτος, θεσμοί από τους οποίους δεν μπορεί να αποχωριστεί η «ριζοσπαστική» σκέψη στοχαστών όπως ο Andre Gorz!

Όμως, όλα αυτά παραβλέπονται βολικά από τον Gorz, στην προσπάθειά του να υποστηρίξει την ανάπτυξη μιας μεταβιομηχανικής κοινωνίας, στην οποία ο καπιταλισμός θα υπερβεί τον εαυτό του (μια υπέρβαση που, όπως επιμένει ο συγγραφέας, δεν πρέπει να συγχέεται με την κατάργηση του κεφαλαίου) μέσω της αυτο-οργάνωσης των ατόμων σε «εξισορροπιστικές δυνάμεις». Έτσι, ο Gorz, προφανώς εντελώς τυφλός σε σχέση με την ιστορική δυναμική και λογική της οικονομίας της αγοράς, που έχουν οδηγήσει στη σημερινή νεοφιλελεύθερη διεθνοποιημένη οικονομία και στην ελαχιστοποίηση των κοινωνικών ελέγχων πάνω στις αγορές, χαρακτηρίζει ως ουτοπική την πρόταση για μια δημοτική κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα προτείνει τη δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού οικοσοσιαλιστικού χώρου… στον οποίο ο εμπορικός ανταγωνισμός και η εμπορευματική λογική μπορούν να υποταχθούν σε περιοριστικούς κανόνες»!

Τέλος, ο John Clark, ένας πρώην κοινωνικός οικολόγος, επιτέθηκε σχετικά πρόσφατα εναντίον της συνομοσπονδιακής  δημοκρατίας  προκειμένου να προωθήσει μια εναλλακτική  ατομικιστική και σπιριτουαλιστική αντίληψη – μια αντίληψη η οποία, στην πράξη, δεν ενέχει καμιά απολύτως αντίληψη δημοκρατίας. Η «οικο-κομμουνιταριανιστική» προσέγγιση, του John Clark φαίνεται ότι διαλύει μοναδικά τις ανθρώπινες κοινότητες σε μια θολή και συχνά μεταφορική «Πλανητική κοινότητα», που θυμίζει τις πανθεϊστικές ιδέες που προωθεί ένας βαθύς οικολόγος καθολικός ιερωμένος, ο Thomas Berry.

Το πρώτο βήμα που κάνει ο Clark στην επίθεση αυτή κατά της δημοκρατίας είναι να απαλείψει το ίδιο το υποκείμενο της δημοκρατίας, δηλαδή τον πολίτη, ο οποίος, όπως παρατηρεί ο Μπούκτσιν, «ενσωματώνει τα κλασικά ιδεώδη της φιλίας, της αυτονομίας, του ορθολογισμού και πάνω από όλα της δέσμευσης απέναντι στην πολιτεία (civic commitment)». O Clark φθείρει την ίδια την έννοια του πολίτη, μετατρέποντας τον σε ένα καθαρά υποκειμενιστικο, στη πραγματικότητα ιδεαλιστικό, όν — τον «πολίτη»  του οίκο-συστήματος, της βίο-περιοχής, της ίδιας της «Γης»!. Επιπλέον, ως να μην έφθανε αυτή η παραφθορά της έννοιας του πολίτη , οClark δεν διστάζει να  αντικαταστήσει τον πολίτη με ένα ακοινωνικό, απολιτικό και κατά βάση αφηρημένο «πρόσωπο», (ακριβώς όπως κάνουν οι Έλληνες νέο-ορθόδοξοι και οι «αριστεροί» συνοδοιπόροι τους). Κατά την άποψή του, η έννοια του πολίτη είναι περιορισμένη και εμπεριέχει υπόρρητα την ιδέα ενός μερικού συμφέροντος, εφόσον οι πολίτες θα καθοδηγούνται από τα συμφέροντα και τις ανάγκες των δικών τους δήμων ενάντια στα συμφέροντα των άλλων δήμων.

Εντούτοις, μολονότι είναι αληθές ότι οι αντιλήψεις του σώματος των πολιτών σε έναν συγκεκριμένο δήμο μπορεί να διαφέρουν από αυτές του σώματος των πολιτών άλλων δήμων (στην πραγματικότητα, αυτό μπορεί να συμβαίνει ακόμα και μέσα στον ίδιο δήμο), ο στόχος μιας συνομοσπονδιακής δημοκρατίας είναι ακριβώς να παρέχει ένα θεσμικό πλαίσιο για τη δημοκρατική επίλυση τέτοιων διαφορών. Η προσπάθεια του Clark να επιλύσει το πρόβλημα των διαδημοτικών ή ενδοδημοτικών διαφορών ακολουθεί το πολυχρησιμοποιημένο μονοπάτι ενός βασικά μυστικιστικού ιδεαλισμού. Προφανώς, κατά την άποψη του Clark, όλα θα επιλυθούν, εάν δημιουργήσουμε μια, ουσιαστικά μεταφορική, έννοια του «πολίτη της Γης», η οποία, με κάποιο τρόπο, θα μας κάνει αλληλέγγυους μεταξύ μας και με όλες τις μορφές ζωής. Όπως το θέτει ο Clark: «Χρειαζόμαστε μια πνευματική επανάσταση περισσότερο από μια πολιτική πλατφόρμα και μια ανανεωμένη κοινότητα περισσότερο από ένα πολιτικό κίνημα.» Είναι ξεκάθαρο ότι ο Clark αγνοεί εντελώς τις θεσμικές προϋποθέσεις, (ισοκατανομή πολιτικής και οικονομικής δύναμης μεταξύ όλων των πολιτών, συνακόλουθη κατάργηση της ιεραρχικής κυριαρχίας και ταξικής εκμετάλλευσης), οι οποίες όμως έχουν ζωτική σημασία για την πορεία προς την «πνευματική επανάσταση» και την «αναγεννημένη κοινότητα». Είναι φανερό ότι μια πνευματική επανάσταση, από μόνη της, δεν θα οδηγήσει ποτέ σε μια ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή.

Το δεύτερο βήμα στην επίθεση του Clark κατά της δημοκρατίας είναι η προσπάθεια να αμαυρωθεί η ιδέα της λαϊκής συνέλευσης, η οποία αποτελεί έναν κρίσιμο θεσμό της άμεσης δημοκρατίας. Έτσι,  εγκωμιάζει την «ομάδα συνάφειας» (affinity group), την οικογενειακή ομάδα (familial group) και τη κοινοτική ζωή που αντιπαραθέτει απλοϊκά προς τις  λαϊκές συνελεύσεις, οι οποίες υποτίθεται ότι είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, εάν δεν έχουν δημιουργηθεί προηγουμένως οι κατάλληλες «πολιτιστικές και ψυχολογικές συνθήκες». Στην πραγματικότητα, αναφέρεται συγκεκριμένα σε περιπτώσεις, όπου  «η εξουσία στις λαϊκές συνελεύσεις» θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε σκληρές πολιτικές κατά των μεταναστών, στην καθιέρωση ή την επέκταση της θανατικής ποινής και σε βασανιστήρια ή παρόμοιες πρακτικές .

Αλλά, όσον αφορά, πρώτον, στην «ομάδα συνάφειας», που οικειοποιούνται σήμερα πολλοί οπαδοί της Νέας Εποχής και η οποία προτείνεται ακόμα και ως χρήσιμη οργανωτική μορφή για τις «διορατικές» επιχειρήσεις, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δημιουργήθηκε από την Αναρχική Ομοσπονδία της Ιβηρικής (FAI) ως οργανωτική μονάδα, (συχνά με σκοπό την άμεση δράση, π.χ. απαλλοτριώσεις), και «όχι ως ένας θεσμός για μια μελλοντική αναρχική κοινωνία». Δεύτερον, τα συμπεράσματα του Clark θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εξίσου εύκολα και σε σχέση με τις δικές του «πολιτισμικές και ψυχολογικές προϋποθέσεις», οι οποίες, από πολλές απόψεις, έχουν ανησυχητικές αντιστοιχίες με τρέχουσες οικοφασιστικές έννοιες, οι οποίες υποτάσσουν το άτομο σε μια χθόνια «Μητέρα Γη», καθώς και με παρόμοιες δοξασίες, οι οποίες μιλούν  για τις απολυτρωτικές αξίες της γης. Τρίτον, είναι φανερό ότι ο Clark δεν φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι προβλήματα όπως η έκρηξη της εγκληματικότητας, της φτώχειας και της παράνομης μετανάστευσης έχουν τις ρίζες τους στις σημερινές ανισότητες στην κατανομή της οικονομικής και πολιτικής δύναμης και ότι επομένως, από τη στιγμή που οι ανισότητες αυτές καταργηθούν σε μια περιεκτική δημοκρατία, πρέπει να αναμένεται και η αντίστοιχη εξάλειψη των προβλημάτων αυτών.

Φαίνεται επομένως ότι ο κύριος λόγος για τον οποίο ο John Clark υποβαθμίζει —εάν δεν απορρίπτει τελείως— τις λαϊκές συνελεύσεις είναι το γεγονός ότι προφανώς δεν έχει καμιά αντίληψη της δημοκρατίας ως ενός συνόλου θεσμών (δηλαδή ως ενός συνόλου  δομών και διαδικασιών οι οποίες εξασφαλίζουν, στο επίπεδο των θεσμών, την ισοκατανομή δύναμης) και αξιών. Έτσι, οι μορφές συλλογικής λήψης αποφάσεων δεν έχουν θέση στην αντίληψη του για την δημοκρατία — εάν μπει στον κόπο να ασχοληθεί με αυτές. Πράγματι, η δημοκρατία, σύμφωνα με την αντίληψη του Clark, γίνεται ουσιαστικά ένα σύστημα αξιών, μια καθαρά πνευματική κατάσταση, στην οποία, όπως το θέτει, κάθε δραστηριότητα, σε οποιαδήποτε σφαίρα της ζωής, είναι ένα είδος θέσμισης.

Τέτοιες αντιλήψεις  δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τη δημοκρατία και είναι εύκολα συμβατές με κάθε είδους κοινωνικό-οικονομικό σύστημα, ακόμα και με ένα οικο-φασιστικό σύστημα τύπου «Πράσινου Αδόλφου». Οι οικολογικές αξίες, απογυμνωμένες από ένα δημοκρατικό περιεχόμενο, μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν για να υπονομεύσουν οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια για μια απελευθερωτική εναλλακτική πρόταση στη σημερινή κοινωνία ή μπορούν να διαστρεβλωθούν σε μορφές που προσφέρονται για ολοκληρωτικούς στόχους.

Ένα άλλο σημείο για το οποίο οι υποστηρικτές της περιεκτικής δημοκρατίας έχουν κατακριθεί (συνήθως από «υπερεπαναστάτες της γειτονιάς τους») είναι η θέση του προτάγματος της περιεκτικής δημοκρατίας σε σχέση με τη συμμετοχή στις τοπικές εκλογές. Οι υπερεπαναστάτες αυτοί κάνουν αστήρικτες γενικεύσεις του τύπου: «οι εκλογές είναι εξουσιαστικός θεσμός, άρα δεν μπορούμε να τον χρησιμοποιήσουμε», βάζοντας στο ίδιο τσουβάλι τις βουλευτικές μαζί με τις δημοτικές εκλογές. Και αυτό, τη στιγμή που όχι μόνο σύγχρονοι αναρχικοί όπως ο Μπούκτσιν αλλά ούτε και οι κλασικοί αναρχικοί έκαναν κάτι τέτοιο!  Ένας από τους μεγαλύτερους και συνεπέστερους αναρχικούς του 19ου αιώνα, ο Μπακούνιν, μολονότι, σωστά καταδίκαζε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία τόνιζε ότι «στα τοπικά θέματα ο λαϊκός έλεγχος είναι δυνατός…γι αυτό οι δημοτικές εκλογές είναι παντού και πάντα οι καλύτερες και πιο συμβατές με τα αισθήματα, τα συμφέροντα και τη βούληση του λαού» (G.P. Maximoff, The Political Philosophy of Bakunin, Free Press, 1953 σ. 220).

Πέρα όμως από αυτό, εάν οι δημοτικές εκλογές είναι εξουσιαστικός θεσμός διότι απορρέει από την κρατική εξουσία και επομένως δεν πρέπει οι αναρχικοί να συμμετέχουν σε αυτές τότε πώς εξηγείται ότι οι ίδιοι αυτοί αναρχικοί συνιστούν να φτιάξουμε αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια, ελεύθερα σχολεία κ.λπ., για την εγκατάσταση των οποίων όμως επίσης χρειάζεται η άδεια της κρατικής εξουσίας ενώ η λειτουργία τους πρέπει να τηρεί τους κανονισμούς που επιβάλλει η ίδια εξουσία; Προφανώς οι υπερεπαναστάτες αυτοί αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ή θα ασχολούνται μόνο με επαναστατική δραστηριότητα ή ότι από τη στιγμή που θα εμπλακούν σε μορφές δράσης όπως αυτές που προτείνουν εμπλέκονται σε διάφορους βαθμούς με την κρατική εξουσία και επομένως ενσωματώνονται στο σύστημα. Στην πραγματικότητα μάλιστα αποτελεί πολύ μεγαλύτερο βαθμό ενσωμάτωσης η διαχείριση π.χ. ενός LETS σχήματος (τοπικές ανταλλαγές χωρίς τη μεσολάβηση χρήματος), κομμούνες, αυτοδιαχειριζόμενες φάρμες και ούτω καθεξής), ή ενός «ελεύθερου σχολείου»  από τη συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές με βάση το πρόταγμα της ΠΔ. Στην πρώτη περίπτωση, εφόσον το σχήμα ή το σχολείο αυτό δεν αποτελεί οργανικό τμήμα ενός πολιτικού προτάγματος για ριζική κοινωνική αλλαγή, εύκολα καταλήγει σε θεσμό που χρησιμοποιεί το σύστημα για τους δικούς του σκοπούς. Στη δεύτερη περίπτωση η συμμετοχή στις τοπικές εκλογές έχει ρητό στόχο την κατάργηση των εξουσιαστικών σχέσεων, πράγμα που εξ’ ορισμού αποκλείει την ενσωμάτωση ενός κινήματος για την ΠΔ στο σύστημα.  

Εάν δηλαδή μερικοί αναρχικοί  του 19ου αιώνα  διεκήρυσσαν την μη συμμετοχή σε κάθε εκλογή και συνιστούσαν αντίθετα την επαναστατική δράση για την κατάληψη της κεντρικής εξουσίας αυτοί τουλάχιστον ήταν συνεπείς με τον εαυτό τους εφόσον, αντίθετα με τους σημερινούς υπερεπαναστάτες, απέρριπταν κάθε συναλλαγή με τη κρατική εξουσία. Πέρα όμως από αυτό, μετά την εμπειρία του 20ου αιώνα, η μέσω της επανάστασης κατάληψη της κεντρικής εξουσίας δεν φαντάζει ούτε ως εφικτή ούτε ως επιθυμητή. Δεν είναι εφικτή, διότι το «απελευθερωτικό υποκείμενο» σήμερα δεν είναι πια απλώς ένα προλεταριάτο που κινδυνεύει να χάσει μόνο τις αλυσίδες του αλλά ένα σύμπλεγμα κοινωνικών ομάδων πολλές από τις οποίες κινδυνεύουν να χάσουν πολύ περισσότερα πράγματα από τις αλυσίδες τους. Και δεν είναι επιθυμητή διότι η ιστορική εμπειρία έδειξε ότι η επαναστατική αλλαγή, για να μην καταλήξει σε νέους ολοκληρωτισμούς, πρέπει να ξεκινήσει σταδιακά από κάτω και να έχει οδηγήσει στη συνειδητοποίηση της πλειοψηφίας του πληθυσμού πολύ πριν να καταλυθεί η κεντρική εξουσία. Και η συνειδητοποίηση αυτή μπορεί να δημιουργηθεί μόνο μέσα από τη δράση και τη σταδιακή αλλαγή των θεσμών που προτείνει η στρατηγική της ΠΔ. Θα πρέπει δηλαδή κάποτε να κοιτάξουμε τις συνθήκες του 21ου αιώνα και να μην παπαγαλίζουμε απλώς ό,τι έγραφαν οι αναρχικοί του 19ουαιώνα.

Ακόμη, συχνά ακούγεται η «αντίρρηση»: «γιατί να κεντρίσει το ενδιαφέρον των πολιτών η ΠΔ και όχι η υπάρχουσα τοπική πολιτική σκηνή που αποτελεί μικρογραφία της ήδη υπάρχουσας κοινοβουλευτικής η άλλης σκηνής;» Βέβαια, η  απάντηση είναι προφανής: Διότι  ακριβώς η ΠΔ δεν αποτελεί μικρογραφία της κοινοβουλευτικής η άλλης σκηνής εφόσον αποτελεί τμήμα στρατηγικής που οδηγεί σε μια άλλη μορφή κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης , μιας στρατηγικής που μπαίνει σε εφαρμογή άτυπα και σε μικρή κλίμακα από τη στιγμή που οι τοπικές οργανώσεις για την ΠΔ αρχίζουν την εγκαθίδρυση των εναλλακτικών μορφών πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης που προτείνονται από το πρόταγμα της ΠΔ και τυπικά και σε μεγάλη κλίμακα από τη στιγμή που με τη νίκη στις τοπικές εκλογές επιτυγχάνεται η απόσπαση της εξουσίας από την πολιτική και  οικονομική ελίτ και η επιστροφή της στις λαϊκές συνελεύσεις. Ακόμη, διότι η ίδια η θέση σε κίνηση της στρατηγικής αυτής αρχίζει μια διαδικασία που δίνει άμεση λύση στα προβλήματα των πολιτών (οικονομικά, όπως η ανεργία, η φτώχεια κ.λπ.), κοινωνικά (ναρκωτικά, εγκληματικότητα), πολιτιστικά κ.λπ.

Τέλος, ως κριτική στην ΠΔ, πολλοί αναφέρουν (σωστά) ότι οι δημοτικές εκλογές στην Ελλάδα αποτελούν καρικατούρα των βουλευτικών και δεν έχουν βαρύτητα στη συνολική πολιτική ζωή. Όμως το γεγονός ότι οι δημοτικές εκλογές σε χώρες με μικρή παράδοση τοπικής αυτοδιεύθυνσης όπως η συγκεντρωτική Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες με μεγαλύτερη παράδοση δεν έχουν ΣΗΜΕΡΑ βαρύτητα δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορούσαν στο μέλλον να αποκτήσουν τη βαρύτητα που τους αποδίδει το πρόταγμα της ΠΔ, σε μια διαδικασία κοινωνικής αλλαγής από τα κάτω. Όσοι φέρνουν την αντίρρηση αυτή προφανώς δεν αντιλαμβάνονται ότι οι δημοτικές εκλογές αποκτούν μια σημασία και πολιτική βαρύτητα τελείως πρωτόγνωρη στο πρόταγμα της ΠΔ, που δεν έχει σχέση με τη σημερινή σημασία τους.

Ένα νέο είδος πολιτικής

Το άμεσο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι υποστηρικτές μιας περιεκτικής δημοκρατίας είναι ο σχεδιασμός μιας μεταβατικής στρατηγικής που θα οδηγούσε σε μια κατάσταση στην οποία το δημοκρατικό πρόταγμα θα είναι το κυρίαρχο κοινωνικό παράδειγμα. Στο προηγούμενο κείμενο διατυπώθηκε μια πρόταση για μια πολιτική στρατηγική που θα δημιουργήσει (αν  συνδυαστεί  με  την  οικονομική  στρατηγική  που  θα αναλύσουμε  στο  επόμενο  τεύχος  του  περιοδικού)  το θεσμικό πλαίσιο για μια περιεκτική δημοκρατία.  Το σημείο που πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα είναι ότι όλες οι προτεινόμενες στρατηγικές πολιτικής και τα σχετικά μεταβατικά προτάγματα είναι άχρηστα, εάν δεν αποτελούν μέρος ενός συνεκτικού προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού που στοχεύει ρητά στην αντικατάσταση της οικονομίας της αγοράς και της κρατικιστικής δημοκρατίας από μια περιεκτική δημοκρατία.

Ο σημερινός τύπος πολιτικής είναι καταδικασμένος, καθώς η επιταχυνόμενη διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς συνοδεύεται από τη συνεχή παρακμή της αντιπροσωπευτικής «δημοκρατίας». Η αδυναμία του κράτους να ελέγξει αποτελεσματικά τις δυνάμεις της αγοράς για να αντιμετωπίσει τα θεμελιακά προβλήματα της μαζικής ανεργίας, φτώχειας, αυξανόμενης συγκέντρωσης του εισοδήματος και του πλούτου, καθώς και τη συνεχιζόμενη καταστροφή του περιβάλλοντος, έχουν οδηγήσει σε μαζική πολιτική απάθεια και κυνισμό, ιδιαίτερα μεταξύ της υποτάξης και των περιθωριοποιημένων. Ως αποτέλεσμα, σήμερα, όλα τα κόμματα συναγωνίζονται για την ψήφο της μεσαίας τάξης (της «κοινωνίας του 40%»), η οποία  είναι η  τάξη που ουσιαστικά καθορίζει την πολιτική διαδικασία.

Ταυτόχρονα, τα ουτοπικά όνειρα ορισμένων τμημάτων της «αριστεράς» για τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας των πολιτών δεν έχουν καμιά πιθανότητα επιτυχίας. Η διεθνοποίηση της οικονομίας της αγοράς ακολουθείται αναπόφευκτα από τη διεθνοποίηση της κοινωνίας των πολιτών. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισμός επιβάλλει τα «στάνταρς του ελάχιστου κοινού παρανομαστή» όσον αφορά  τους κοινωνικούς και οικολογικούς ελέγχους πάνω στις αγορές. Επομένως, η μορφή κοινωνίας των πολιτών που αναπόφευκτα θα επικρατήσει είναι εκείνη που είναι συμβατή με το βαθμό αγοραιοποίησης που χαρακτηρίζει τα πιο ανταγωνιστικά μέρη της παγκόσμιας οικονομίας.

Το αδιέξοδο των στρατηγικών του «τρόπου ζωής»

Αφήνοντας κατά μέρος τις προσεγγίσεις κοινωνικής αλλαγής που θεωρούν δεδομένο το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, όπως οι διάφορες εκδοχές της «προσέγγισης της κοινωνίας των πολιτών» (την οποία εξετάσαμε στην αρχή του κειμένου), οι κύριες προσεγγίσεις που στοχεύουν σήμερα σε μια ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή είναι η στρατηγική του τρόπου ζωής (lifestyle) και η στρατηγική της περιεκτικής δημοκρατίας που έχει σημείο εκκίνησης τον συνομοσπονδιακό κοινοτισμό.

Υπάρχουν διάφορες εκδοχές της στρατηγικής του τρόπου ζωής. Εντούτοις, υπάρχει ένα κοινό στοιχείο που χαρακτηρίζει όλες αυτές τις προσεγγίσεις. Καμιά τους δεν ενέχει οποιαδήποτε παρέμβαση στην πολιτική αρένα και συνήθως ούτε καν στη γενικότερη κοινωνική αρένα, με τη μορφή συμμετοχής στους συλλογικούς αγώνες των εργατών, των ανέργων και άλλων κοινωνικών ομάδων —με εξαίρεση τη συμμετοχή σε αγώνες για συγκεκριμένα οικολογικά θέματα, όπως οι εκστρατείες για την ματαίωση της διάνοιξης νέων αυτοκινητόδρομων, τα δικαιώματα των ζώων κ.τ.λ.

Έτσι, υπάρχει, πρώτον, η προσέγγιση που υιοθετείται συνήθως από τους υποστηρικτές της βαθιάς οικολογίας, καθώς και από όσους ελευθεριακούς επιχειρούν να αναπτύξουν ένα νέο υβρίδιο μεταξύ της βαθιάς και της κοινωνικής οικολογίας, όπως η «ελευθεριακή οικολογία» του Peter Marshall στη Βρετανία ή ο «οικοκομμουνιταριανισμός» του John Clark στις Η.Π.Α (με τον οποίο ασχοληθήκαμε παραπάνω). Η προσέγγιση αυτή δεν ενέχει καμιά άμεση ανάμειξη στην πολιτική και οικονομική αρένα, αλλά μια διαδικασία, η οποία, ξεκινώντας από το άτομο και τις «ομάδες συνάφειας» (affinity groups), στοχεύει στη δημιουργία ενός παραδείγματος υγιών και προτιμητέων τρόπων ζωής στο ατομικό και κοινωνικό επίπεδο: σχέδια Κοινοτικής Οικονομικής Ανάπτυξης (ΚΕΑ), «ελεύθερες ζώνες» και εναλλακτικοί θεσμοί (ελεύθερα σχολεία, αυτοδιαχειριζόμενα εργοστάσια, στεγαστικοί συνεταιρισμοί, σχήματα LETS).

Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση, που έχει επικριθεί για τον ατομικιστικό χαρακτήρα της, δεν μπορεί φυσικά να επιφέρει από μόνη της οποιαδήποτε ριζοσπαστική  κοινωνική αλλαγή. Μολονότι η προσέγγιση αυτή είναι χρήσιμη για τη δημιουργία μιας εναλλακτικής κουλτούρας μεταξύ μικρών τμημάτων του πληθυσμού και ταυτόχρονα για την ανύψωση του ηθικού των ακτιβιστών οι οποίοι θέλουν να δουν μια άμεση αλλαγή στη ζωή τους, δεν έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας –στο πλαίσιο της σημερινής τεράστιας συγκέντρωσης εξουσίας– στην οικοδόμηση της δημοκρατικής πλειονότητας που απαιτείται για τη ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή. Τα σχέδια που προτείνονται από τη στρατηγική αυτή μπορούν πολύ εύκολα να περιθωριοποιηθούν ή να απορροφηθούν από την υπάρχουσα εξουσιαστική διάρθρωση (όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν), ενώ ο αντίκτυπος που έχουν στη διαδικασία κοινωνικοποίησης είναι ελάχιστος –εάν όχι μηδενικός. Επιπλέον, οι στρατηγικές του τρόπου ζωής, επικεντρώνοντας την προσοχή τους σε «μονοθεματικούς» αγώνες (εκστρατείες για τα δικαιώματα των ζώων κ.λπ.), που δεν αποτελούν μέρος ενός συνεκτικού πολιτικού προγράμματος κοινωνικού μετασχηματισμού, παρέχουν μια χρυσή ευκαιρία στις κυρίαρχες ελίτ να χρησιμοποιήσουν τις παραδοσιακές τακτικές τους του τύπου «διαίρει και βασίλευε». Για παράδειγμα, η βρετανική κυβέρνηση, όταν αντιμετωπίζει τα κινήματα διαμαρτυρίας των Πράσινων, προτιμά να στηρίζεται σε ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας (security) (και μόνο σε ακραίες περιπτώσεις να καταφεύγει στην αστυνομία), στρατολογώντας ανθρώπους από την υποτάξη. Το αποτέλεσμα είναι ότι αποκρύβεται η κατασταλτική φύση του κράτους και οι πράσινοι ακτιβιστές υποβιβάζονται στο να δίνουν μάχες με τους άνεργους και τους περιθωριοποιημένους που τους έχουν μεταμφιέσει σε σεκιουριταδες!

Μια εναλλακτική προσέγγιση του τρόπου ζωής, η οποία φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι κριτική απέναντι στις στρατηγικές του τρόπου ζωής, αλλά, στην ουσία, στηρίζεται και η ίδια στην ατομική και όχι την πολιτική δράση, είναι η προσέγγιση που προτείνεται από τον Ted Trainer. Η προσέγγιση αυτή στηρίζεται στην υπόθεση ότι, εάν αρκετοί άνθρωποι εκπαιδευτούν και πειστούν να αλλάξουν  ατομικά τον τρόπο ζωής τότε «ο καπιταλισμός θα μαραθεί και θα πεθάνει»:

Εάν ένας αυξανόμενος αριθμός ανθρώπων μετακινηθεί στην «αργή λουρίδα», όπου μπορεί να ζει ικανοποιητικά χωρίς να καταναλώνει πολύ, τότε ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος. Δεν φοβάται τίποτα περισσότερο από την πτώση στους δείκτες πωλήσεων. Καμιά επιχείρηση δεν θα μπορέσει να μου πουλήσει ποτέ ρούχα της μόδας ή σπορ αυτοκίνητα. Εάν κάνουμε άνετη και ελκυστική, για ολοένα και περισσότερους ανθρώπους, τη μετάβαση σε βιώσιμους (conserver) τρόπους ζωής, ο καπιταλισμός θα μαραθεί και θα πεθάνει.

Εντούτοις, η ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί έξω από τον κύριο πολιτικό και κοινωνικό στίβο. Η εξάλειψη των σημερινών εξουσιαστικών δομών και σχέσεων δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε «δια του παραδείγματος» ούτε μέσω της εκπαίδευσης και της πειθούς. Χρειάζεται μια βάση εξουσίας για να καταστρέψει την εξουσία. Αλλά ο μόνος τρόπος για να είναι συμβατή με τους στόχους του δημοκρατικού προτάγματος μια προσέγγιση που στοχεύει στη δημιουργία βάσεων εξουσίας είναι, κατά τη γνώμη μας, η ανάπτυξη ενός συνεκτικού προγράμματος ριζοσπαστικού μετασχηματισμού των τοπικών πολιτικών και οικονομικών δομών.

Η στρατηγική του συνομοσπονδιακού κοινοτισμού (η οποία αποτελεί το σημείο εκκίνησης για τη συνομοσπονδιακή περιεκτική δημοκρατία) προσφέρει μια ριζοσπαστική εναλλακτική πρόταση προς τις στρατηγικές του τρόπου ζωής και είναι απολύτως συμβατή με το δημοκρατικό πρόταγμα. Η προσέγγιση αυτή στοχεύει «στο μετασχηματισμό και  εκδημοκρατισμό των τοπικών κυβερνήσεων, στη στήριξή τους σε λαϊκές συνελεύσεις, στη σύνδεσή τους σε συνομοσπονδίες, στην οικειοποίηση της περιφερειακής οικονομίας από τις συνομοσπονδιακές και δημοτικές αρχές». Με άλλα λόγια, ο στόχος είναι η ανάπτυξη «ενός δημόσιου χώρου και μιας πολιτικής —με την αθηναϊκή έννοια του όρου— που θα αναπτύσσεται σε ένταση και τελικά σε αποφασιστική σύγκρουση με το κράτος».

Μολονότι κάποια από τα βήματα που προτείνονται από τη στρατηγική του τρόπου ζωής δεν είναι ασύμβατα με τη λογική του συνομοσπονδιακού κοινοτισμού (για παράδειγμα, οι συνεταιρισμοί, τα τοπικά νομίσματα κ.λπ.), παρόλα’ αυτά υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ των δύο στρατηγικών. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Μάρεϊ Μπούκτσιν:

Οι συγκεκριμένες προτάσεις για αποκέντρωση, κοινότητες μικρής κλίμακας, τοπική αυτονομία, αλληλοβοήθεια και κομουναλισμό… δεν είναι εγγενώς οικολογικές ή απελευθερωτικές. Η φύση τους εξαρτάται σε τελική ανάλυση από το κοινωνικό και φιλοσοφικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται παρόμοια προγράμματα.

Κατά τη γνώμη μας, η βασική διαφορά μεταξύ των δύο προσεγγίσεων όσον αφορά το «πλαίσιο» αναφέρεται στο ρόλο του ατόμου σε σχέση με την κοινωνική αλλαγή. Οι στρατηγικές του τρόπου ζωής θεωρούν ότι η κοινωνική αλλαγή αρχίζει από τον τρόπο ζωής του ατόμου και, αντί να στοχεύσουν στην αμφισβήτηση  του κράτους και της οικονομία της αγοράς και την αντικατάσταση τους με νέους κοινωνικούς θεσμούς, απλώς προσπερνούν τους θεσμούς αυτούς. Από την άλλη μεριά, η στρατηγική του συνομοσπονδιακού κοινοτισμού δίνει έμφαση στο ρόλο του κοινωνικού ατόμου, δηλαδή του ατόμου που συμμετέχει στους πολιτικούς αγώνες στο τοπικό επίπεδο και στους κοινωνικούς αγώνες γενικότερα, με στόχο να προκαλέσει κοινωνική αλλαγή, όχι «δια του παραδείγματος», αλλά μέσω της δημιουργίας μια συνομοσπονδίας δήμων και κοινοτήτων που θα βρίσκεται σε ένταση με το κράτος, έως ότου η πρώτη αντικαταστήσει το δεύτερο. Έτσι, η στρατηγική αυτή, πρώτον, αποφεύγει την κοινωνική περιθωριοποίηση στην οποία αναπόφευκτα οδηγεί η στρατηγική του τρόπου ζωής, όπως έχει δείξει ο σχεδόν ανύπαρκτος κοινωνικός αντίκτυπος που είχαν κινήματα τα οποία εμπνέονται από τη στρατηγική αυτή τα τελευταία 25 χρόνια. Και, δεύτερον, αποφεύγει επίσης την παγίδα να «κλίνει τόσο πολύ προς την ιδέα της μεταρρύθμισης των ατομικών αξιών και του τρόπου ζωής, ως πρωταρχικού πολιτικού δρόμου για τη ριζοσπαστική αλλαγή, ώστε να καταλήγει να φαίνεται αντιθετική προς την έννοια του συλλογικού» –όπως για παράδειγμα σαφώς συμβαίνει με το κίνημα της Νέας Εποχής .