ΤΟ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΠΑΚΕΤΟ ΑΠΟ 35 ΔΙΣ €

Το αναπτυξιακό πακέτο από 35 δις € ..προβάλλεται από τον πρόεδρο της Κομισιόν, αλλά και την ελληνική κυβέρνηση, ως σημαντικό αντιστάθμισμα των υφεσιακών μέτρων και της λιτότητας που θα περιέχει το νέο 3ετές πρόγραμμα για τη χώρα μας. Και ενώ πρόκειται, σίγουρα, για αξιόλογη βοήθεια, υπάρχει ανάγκη να διευκρινιστεί τι εννοούμε ως «Πακέτο Γιουνκέρ» και ποιές είναι οι προϋποθέσεις για να αξιοποιηθεί.

Το εν λόγω πακέτο των 35 δισ. € επικράτησε τους τελευταίους μήνες να ονομάζεται «Πακέτο Γιουνκέρ», καθώς σ’ αυτό έκανε συχνές αναφορές ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όταν διαπραγματευόταν με την ελληνική πλευρά την ολοκλήρωση του προηγούμενου προγράμματος και μετά τη σύναψη της νέας συμφωνίας. Ωστόσο η χρήση του όρου «Πακέτο Γιουνκέρ» δημιούργησε μια σύγχυση κυρίως στην Ελλάδα –αλλά όχι μόνο– καθώς από πολλούς ερμηνεύθηκε ως πρόσθετη αναπτυξιακή βοήθεια της ΕΕ. Ορισμένοι μάλιστα συνέδεσαν ατυχώς το πακέτο αυτό με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων ύψους 315 δισ. ευρώ –επίσης πρωτοβουλία του προέδρου της Κομισιόν, την οποία πήρε πέρσι το φθινόπωρο, μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του και η οποία ονομάστηκε από τα ΜΜΕ «Σχέδιο Γιουνκέρ»– που αφορά μόχλευση ιδιωτικών πόρων για επενδύσεις σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, μη προβλέποντας κατανομή ανά χώρα.

Η πραγματικότητα είναι ότι το «Πακέτο Γιουνκέρ» ή το αναπτυξιακό πακέτο 35 δις που σχετίζεται ειδικότερα με την Ελλάδα αφορά τους πόρους που είχαν ήδη εγκριθεί για τη χώρα μας στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων (19.5 δις) -δηλαδή μέσω ΕΣΠΑ- και εκείνων που προορίζονται να διατεθούν στους αγρότες (15.5 δις) ως εισοδηματικές ενισχύσεις, για την προγραμματική περίοδο 2014-2020, που καλύπτει όλη την ΕΕ.

Το καινούργιο που φέρνει το πακέτο είναι μόνον η δυνατότητα εμπροσθοβαρούς χρήσης μέρους των πόρων με μεγαλύτερη ευελιξία και μικρή ή καθόλου εθνική συμμετοχή, καθώς και η προσπάθεια διάσωσης χρημάτων και έργων που κινδυνεύουν να απολεσθούν από την προηγούμενη προγραμματική περίοδο 2007-2013, που οριακά έχει παραταθεί έως τα τέλη του 2015. Κι αυτό γιατί η χώρα μας ανέκαθεν είχε πρόβλημα έγκαιρης απορρόφησης, αλλά και ουσιαστικής αξιοποίησης των κοινοτικών πόρων, κίνδυνο που διατρέχει και με το νέο ΕΣΠΑ.

Όμως, πέραν της ανάγκης μεγιστοποίησης των ωφελειών από τους νέους διαρθρωτικούς και αγροτικούς πόρους, η χώρα, συνδυαστικά, μπορεί να αξιοποιήσει τη μόχλευση/δανεισμό για σημαντικές επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, που θέλει να προκαλέσει το «Σχέδιο Γιουνκέρ» και το «Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων» το οποίο έχει δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό. Μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιήσει τα φθηνά δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), εφόσον ξεπεραστεί η εμπλοκή δημιουργήθηκε πριν και μετά τις τελευταίες εκλογές.

Ακτινογραφώντας το αναπτυξιακό πακέτο των 35 δις

Η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και δανειστών αποτελεί, κατ’ αρχήν, την προϋπόθεση προκειμένου να διατεθούν στη χώρα τα 35 δισ. ευρώ που ονομάζονται «αναπτυξιακό πακέτο».
Όπως προαναφέρεται, αφενός πρόκειται για πόρους που έχουν προβλεφθεί για την Ελλάδα για την περίοδο 2014-2020 από τα 3 διαρθρωτικά ταμεία, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής. Μέσω αυτών χρηματοδοτούνται επταετή αναπτυξιακά προγράμματα για κάθε χώρα, δηλαδή στην περίπτωση της Ελλάδας, το ΕΣΠΑ, στο πλαίσιο του οποίου μπορούμε να λάβουμε, εάν γίνει πλήρης απορρόφηση, 19,5 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό περιλαμβάνει και χρήματα 4,2 δισ. ευρώ, που έχουν εγκριθεί για την Ελλάδα από το Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης, το οποίο χρηματοδοτεί διαρθρωτικές δράσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού τομέα.

Αφετέρου, στο ποσό των 19,5 δισ. ευρώ πρέπει να προστεθούν και τα χρήματα που προβλέπεται να εισρεύσουν στη χώρα μας στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Πρόκειται για τις άμεσες ενισχύσεις, που προορίζονται για την ενίσχυση του εισοδήματος των αγροτών και οι οποίες υπολογίζονται σε 2 – 2,5 δισ. ευρώ κάθε χρόνο, αθροίζοντας τελικώς τα 35 δισ. ευρώ της αναπτυξιακής βοήθειας.

Οι νέες προτάσεις που κάνει η Κομισιόν στα πλαίσια του «αναπτυξιακού πακέτου» (οι οποίες πάντως πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο) αφορούν 2 επίπεδα:

Πρώτον, να καλύψει η Ε.Ε. το 100% της συγχρηματοδότησης του υπολοίπου για την περίοδο 2007-2013 αναδρομικά, κάτι που θα φέρει πρόσθετη ρευστότητα περίπου 500 εκατ. ευρώ από τα κοινοτικά ταμεία και εξοικονόμηση περίπου 2 δισ. ευρώ για τον ελληνικό προϋπολογισμό. Πέραν της ρευστότητας που θα παρασχεθεί, η διευκόλυνση αυτή θα αφορά την προσπάθεια να μη χαθεί το υπόλοιπο των χρηματοδοτήσεων του προηγούμενου ΕΣΠΑ, καθώς σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε μεγάλος αριθμός έργων να μεταφερθεί ως «γέφυρες» στο νέο πλαίσιο στήριξης (2014-2020. Αυτό, όμως, θα οδηγούσε με τη σειρά του στον συνολικό ανασχεδιασμό του νέου ΕΣΠΑ, αφήνοντας εκτός αρκετά από τα έργα που επρόκειτο να ενταχθούν.

Επίσης, η δεύτερη ιδέα που ανακοίνωσε η Κομισιόν είναι η αύξηση της προκαταβολής από τα Διαρθρωτικά Ταμεία κατά 1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μέρος του συνόλου των χρημάτων που δικαιούται η χώρα μας μέχρι το 2020 από το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και την Κοινή Αγροτική Πολιτική, το ύψος των οποίων, όπως προαναφέρεται, προσεγγίζει τα 35 δισ. ευρώ. Η εν λόγω προκαταβολή συνιστά μια πρόσθετη αύξηση της ήδη εγκριθείσας προκαταβολής που δικαιούται η χώρα μας στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων, την οποία έχουμε λάβει και ανέρχεται στα 322 εκατ. ευρώ. Μια τέτοια αύξηση της προ-χρηματοδότησης των προγραμμάτων του νέου ΕΣΠΑ κατά περίπου 7%, μπορεί να προσθέσει 1 δισ. ευρώ στα διαθέσιμα κεφάλαια των πρώτων ετών της περιόδου και να βοηθήσει στην έναρξη επενδύσεων στην πραγματική οικονομία.

Να σημειωθεί ότι η Ε.Ε. έχει αποδεχθεί στο πλαίσιο του νέου ΕΣΠΑ τη συρρίκνωση της συμμετοχής που θα έχει η Ελλάδα, δηλαδή των χρημάτων που θα συνεισφέρει, στο 5% μόλις του συνολικού προγράμματος. Η διευκόλυνση αυτή δόθηκε και στο προηγούμενο ΕΣΠΑ, καθώς η χώρα μας ήταν ήδη σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Πάντως, η Κομισιόν έχει απορρίψει το αίτημα της Ελλάδας, καθώς και άλλων 8 χωρών μελών της ΕΕ, για παράταση της περιόδου απορρόφησης των πόρων της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου (2007-2013) και πέραν του 2015.

Επίσης, για την καλύτερη διαχείριση του παλιού και του νέου ΕΣΠΑ η Ελλάδα, μετά από αίτημά της, θα χρησιμοποιήσει τη νέα «Υπηρεσία Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Υπηρεσία ξεκίνησε το έργο της την 1η Ιουλίου, και στηρίζεται στην εμπειρία της Task Force για την Ελλάδα και την Κύπρο. Η τεχνική βοήθεια μπορεί να προσφερθεί σε μια σειρά τομέων πολιτικής, σε συμφωνία με τις Ελληνικές Αρχές. Ακόμη, όπως προαναφέρεται, γίνεται μια προσπάθεια να ξεμπλοκαριστεί η δανειοδότηση του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα της χώρας από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ώστε με τα χρήματα της ΕΤΕπ να μπορέσουν να καλυφθούν ορισμένες από τις εκκρεμότητες των τρεχόντων έργων ΕΣΠΑ.

Οι «αιώνιοι» κίνδυνοι για απώλειες από τα ΕΣΠΑ

Παρά τη δραματική ανάγκη χορήγησης αναπτυξιακής βοήθειας προς τη χώρα μας, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη για άλλη μία φορά με τις καθυστερήσεις που απειλούν με απώλεια των κοινοτικών πόρων της προηγούμενης περιόδου (2007-2013), αλλά και με καθυστέρηση στην ομαλή εκταμίευση των πόρων της νέας (2014-2020). Τα σχέδια για το νέο ΕΣΠΑ που είχαν ήδη υποβληθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση είχαν συναντήσει αντιρρήσεις εκ μέρους της Κομισιόν, ενώ, συγκεκριμένα, το πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης είχε απορριφθεί στην ολότητά του ως «ασαφές». Συνολικά, έως το πρώτο τρίμηνο του 2015 η απορρόφηση του ΕΣΠΑ (2007-2013) έφθανε το 75%, ενώ οι νομικές δεσμεύσεις κάλυπταν το 92% του προγράμματος.
Στα πλαίσια αυτά παρέμεναν ανολοκλήρωτα έργα ύψους 6 δισ. ευρώ, που πιθανότατα θα αποτελέσουν βαρίδια για το νέο πρόγραμμα, μεταφερόμενα στην επόμενη περίοδο (2014-2020) και δεσμεύοντας αντίστοιχους πόρους. Ετσι, το νέο ΕΣΠΑ κουβαλάει τα λάθη του παρελθόντος και για άλλη μια φορά ξεκινάει με την υποχρέωση να τελειώσουν έργα που θα έπρεπε να είχαν τελειώσει από το προηγούμενο. Από τα έργα των περίπου 6 δισ. ευρώ, ένα μεγάλο μέρος είναι έργα περιβάλλοντος και υποδομών.

Όπως προαναφέρεται, η χώρα μας αυτή την περίοδο εξακολουθεί να υλοποιεί το ΕΣΠΑ, που τυπικά έληξε το 2013, αλλά για το οποίο μπορεί να αντλεί πληρωμές έως και τα τέλη του 2015. Εν τέλει, το 2015 αποτελεί τη χρονιά κατά την οποία θα αποφασιστεί ποια έργα θα πρέπει να μεταφερθούν στο νέο πρόγραμμα, ποια θα πρέπει να ανακατανεμηθούν εσωτερικά στο υπάρχον και ποια θα εγκαταλειφθούν οριστικά. Ένας σημαντικός αριθμός έργων θα πρέπει τελικά να ακυρωθεί, αφού δεν έχουν τύχη να χρηματοδοτηθούν από την Ε.Ε. με βάση τις κατευθύνσεις του νέου ΕΣΠΑ, που προβλέπει λιγότερα έργα υποδομών, αποτελεσματικές λύσεις για τη διαχείριση του περιβάλλοντος, περισσότερη επιχειρηματικότητα και ανάπτυξη της καινοτομίας.

Έτσι, εξήντα έργα συνολικού προϋπολογισμού 6 δισεκατομμυρίων ευρώ κινδυνεύουν να μείνουν εκτός ΕΣΠΑ, καθώς βρίσκονται αντιμέτωπα με σοβαρές καθυστερήσεις, Πρόκειται για το 1/3 των 181 έργων που είχαν προσδιοριστεί ως έργα προτεραιότητας, με βάση κατάλογο που συντάχθηκε προ 4ετίας με πρωτοβουλία του τότε Επιτρόπου Περιφερειακής Πολιτικής Γιοχάνες Χαν.

Πρώτα στη λίστα των έργων που ακυρώθηκαν, είναι οι εγκαταστάσεις διαχείρισης αποβλήτων στην Αττική, συνολικού προϋπολογισμού 120 εκατ. ευρώ, μετά την ακύρωση των σχετικών διαγωνισμών. Επιπλέον έργα περιβάλλοντος περιλαμβάνονται, επίσης, μεταξύ εκείνων που δεν έχουν ακυρωθεί, αλλά βρίσκονται σε κίνδυνο, όπως είναι τα έργα διαχείρισης αποβλήτων σε 120 μικρούς οικισμούς με πληθυσμό από 2.000 έως 15.000 κατοίκους, συνολικού προϋπολογισμού 1 δισ. ευρώ.

Μεταξύ των έργων που κινδυνεύουν είναι, ακόμη, το Εθνικό Ληξιαρχείο, προϋπολογισμού 44,6 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα για το «Ψηφιακό Σχολείο» έχουν προϋπολογιστεί 152,6 εκατ. ευρώ και έως πρόσφατα δεν είχε γίνει ακόμη καμία πληρωμή, ενώ παρόμοια είναι η εικόνα του έργου «Ηλεκτρονικό Εισιτήριο» για το οποίο είχαν προϋπολογιστεί 34,7 εκατ. ευρώ, χωρίς να έχουν ακόμη γίνει πληρωμές.

Σοβαρά προβλήματα αντιμετωπίζει η διασύνδεση των Κυκλάδων με το ηπειρωτικό σύστημα υψηλής τάσης, η ολοκλήρωση συνδέσεων του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ με το λιμάνι και την πόλη της Πάτρας, η οδική σύνδεση του Ακτίου με τον Δυτικό άξονα Βορρά – Νότου, η κατασκευή του μετρό Θεσσαλονίκης, η Δυτική επέκταση του τραμ στον Πειραιά, το λιμάνι του Κατάκολου, η ανάπτυξη του συστήματος ηλεκτρονικής συνταγογράφησης και η ανάπτυξη ευρυζωνικών υποδομών σε αγροτικές και νησιωτικές περιοχές.

Ορισμένα από τα έργα που βρίσκονται σε κίνδυνο, επιχειρείται να μεταφερθούν εξ ολοκλήρου στο επόμενο ΕΣΠΑ, στον βαθμό που πρόκειται για έργα τα οποία δεν έχουν ξεκινήσει καν, ενώ άλλα ελπίζεται πως θα λειτουργήσουν ως έργα «γέφυρες», δηλαδή θα χρηματοδοτηθούν και από τα δύο προγράμματα. Ωστόσο, η εν λόγω διαδικασία απαιτεί προηγούμενη έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και σε οποιαδήποτε περίπτωση θα μειώσει τους πόρους που έχει διαθέσιμους η χώρα μας για τη νέα προγραμματική περίοδο.

Οι δυνατότητες αξιοποίησης του άλλου «Σχεδίου Γιουνκέρ» για όλη την ΕΕ

Σχεδόν αμέσως μετά τη σύστασή της νέας Κομισιόν τον Νοέμβριο του 2014, ο πρόεδρός της παρουσίασε το επονομαζόμενο «Σχέδιο Γιουνκέρ».

Η λογική του είχε να κάνει με τη δημιουργία ενός ιδιότυπου χρηματοδοτικού μηχανισμού, που θα μπορούσε να αντιστρέψει την τάση για μείωση των επενδύσεων στην ΕΕ. Συγκεκριμένα, από την έναρξη της χρηματοοικονομικής κρίσης ο όγκος των συνολικών επενδύσεων στην Ε.Ε. μειώθηκε κατά 470 δισ. ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε υποχώρηση της τάξης του 15% σε σχέση με το ανώτατο επίπεδο που είχαν φτάσει φθάσει το 2007.

Το «Σχέδιο Γιουνκέρ» προέβλεψε τη διάθεση 315 δισ. ευρώ έως το 2017, με στόχο την τόνωση της ανάπτυξης. Ωστόσο, από τα ταμεία της Ε.Ε. και της ΕΤΕπ πρόκειται να διατεθούν μόλις 21 δισ. ευρώ, ενώ τη μερίδα του λέοντος καλούνται να συνεισφέρουν ιδιώτες επενδυτές. Από τα 21 δισ. ευρώ, τα 16 δισ. θα προέλθουν από διαθέσιμα του προϋπολογισμού της ΕΕ και τα 5 δισ. από κεφάλαια της ΕΤΕπ. Εν συνεχεία, η ΕΤΕπ πρόκειται να τριπλασιάσει το συνολικό ποσό (φτάνοντας το στα 315 δις. € ) μέσω μόχλευσης και να το διαθέσει ως τίτλο επένδυσης σε ιδιώτες επενδυτές. Τα χρήματα αυτά εν συνεχεία θα κατευθυνθούν στο «Ευρωπαϊκό Ταμείο Στρατηγικών Επενδύσεων» ή EFSI, που δημιούργησαν οι 28 χώρες της ΕΕ. Το εν λόγω Ταμείο είναι σχεδιασμένο σε τετραετή ορίζοντα και στοχεύει στη χρηματοδότηση κυρίως μεγάλων και ριψοκίνδυνων επενδυτικών προγραμμάτων από ιδιώτες, όπως π.χ. κατασκευή αεροδρομίων και σιδηροδρόμων, ενώ περίπου το 1/3 θα διατεθεί για επενδύσεις επιχειρήσεων με λιγότερους από 3000 υπαλλήλους. Το δε κίνητρο για τους ιδιώτες επενδυτές θα είναι οι εγγυήσεις της Ε.Ε στο ενδεχόμενο των πρώτων οικονομικών ζημιών

Οι Βρυξέλλες φιλοδοξούν, έτσι, ότι το βασικό κεφάλαιο των 21 δισ. θα λειτουργήσει ως μοχλός, ο οποίος θα θέσει σε κίνηση τους φορείς της ιδιωτικής οικονομίας. Τα κράτη-μέλη έχουν καταθέσει ήδη περί τις 2.000 επενδυτικές προτάσεις που αφορούν ευρυζωνικά και ενεργειακά δίκτυα, κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, εγκαταστάσεις αιολικής ενέργειας, λιμάνια, συνδέσεις με τρένα υψηλών ταχυτήτων, ενεργειακή αναβάθμιση δημόσιων κτιρίων κλπ.

Έχουν εκφραστεί, ωστόσο, επιφυλάξεις για τη χρηματοδότηση αυτών των επενδυτικών σχεδίων λόγω του ότι η προβλεπόμενη μόχλευση πρέπει να φτάσει στο 15πλάσιο των 21 δισ. ευρώ που θα τοποθετήσουν οι Βρυξέλλες και η ΕΤΕπ. Επιπλέον οι επικριτές αυτών των σχεδίων εκτιμούν ότι πολλές από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί δεν διασφαλίζουν τη διαρκή αναπτυξιακή ώθηση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ένα ακόμη σημείο επικρίσεων αφορά τις περίπλοκες γραφειοκρατικές διαδικασίες και την έλλειψη διαφάνειας, οι οποίες ενδέχεται να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για πιθανούς επενδυτές. Τέλος, ορισμένοι βλέπουν μια ανισοβαρή χρήση του Σχεδίου από τον πλούσιο Βορρά και τον φτωχό Νότο.

Απευθυνόμενος στους επικριτές του Σχεδίου του, ο ίδιος ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ έχει πει ότι η Κομισιόν θα ήθελε να έχει στη διάθεσή της «εκατοντάδες δις φρέσκου χρήματος», αλλά αυτά δεν υπάρχουν. Επιπλέον, όπως σημείωσε, «θα ήταν λάθος οι επενδύσεις να οδηγήσουν σε αύξηση του δημόσιου χρέους στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.» Πάντως, σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αν όλα εξελιχθούν ομαλά, το επενδυτικό σχέδιο της Κομισιόν μπορεί να δημιουργήσει έως και 1,3 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας στην Ευρώπη.

Το ΕΤΣΕ έχει εγκατασταθεί στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), η οποία αποτελεί στρατηγικό εταίρο του. Σ’ αυτό μπορούν να συμμετέχουν με επιπρόσθετα κεφάλαια προς μόχλευση και δανεισμό κράτη μέλη αλλά και εθνικές αναπτυξιακές τράπεζες ή δημόσιοι φορείς που ανήκουν στα κράτη μέλη ή ελέγχονται από αυτά, φορείς του ιδιωτικού τομέα και ανάλογοι φορείς εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε ό, τι αφορά τη χώρα μας, την πρώτη περίοδο που είχε ανακοινωθεί το «Σχέδιο Γιουνκέρ» είχε γίνει ένας υπολογισμός ότι η Ελλάδα –δηλαδή ο ιδιωτικός μας τομέας- θα μπορούσε να διεκδικήσει την έγκριση προγραμμάτων συνολικής αξίας 12-15 δις €.

Μάλιστα, τους προηγούμενους μήνες, ειδική επιτροπή που δημιούργησε ο ΣΕΒ εμφάνισε 3 επενδυτικές προτάσεις. Αφορούν την ηλεκτρική διασύνδεση της Κρήτης με την ηπειρωτική Ελλάδα, την ηλεκτρονική Δικαιοσύνη και τις ηλεκτρονικές συναλλαγές στο Δημόσιο και στις ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με την επιτροπή του ΣΕΒ, πρόκειται για επενδυτικά σχέδια που μπορούν να πετύχουν εξοικονόμηση κρατικών δαπανών, επιχειρηματικού κόστους και οικογενειακών εξόδων περίπου 6,8 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση και να δημιουργήσουν περίπου 10.000 θέσεις εργασίας. Τα εν λόγω σχέδια, σύμφωνα με τον ΣΕΒ, θα περιόριζαν δραστικά τη γραφειοκρατία, το λαθρεμπόριο, τη διαφθορά, και τις χρεώσεις σε βάρος των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ θα αύξαναν και την παραγωγικότητα.

Το ξεπάγωμα των δανείων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων

Στελέχη της παρούσας και της προηγούμενης κυβέρνησης είχαν από μηνών συναντήσεις με εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.Στόχος ήταν το ξεμπλοκάρισμα των δανειοδοτήσεων από την ΕΤΕπ και συγκεκριμένα να αντληθούν περί τα 230 εκατ. ευρώ (από το δάνειο που είχε συναφθεί για να καλυφθεί η εθνική συμμετοχή στους παραχωρημένους οδικούς άξονες) και ακόμα 300-350 εκατ. ευρώ. Με τα χρήματα αυτά επιδιώκεται να καλυφθούν σταδιακά οι μεγάλες εκκρεμότητες των τρεχόντων έργων ΕΣΠΑ, προκειμένου τα έργα να «ξεπαγώσουν» και να υπάρξει «ανακύκλωση» των κοινοτικών πόρων.
Ωστόσο, σε ένα άτυπο πάγωμα της ομαλής χρηματοδότησης των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων είχε προχωρήσει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων τους προηγούμενους μήνες, επικαλούμενη τις εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών της, την κατάσταση του τραπεζικού συστήματος και την υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας.

Η εμπλοκή που εκδηλώθηκε, παραπέμπει σε αντίστοιχο πρόβλημα που είχε προκύψει το 2012, όταν η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με τη φημολογία περί εξόδου από το ευρώ και την υποβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας και η ΕΤΕπ είχε κρατήσει σκληρή στάση στο θέμα της χρηματοδότησης της χώρας, παγώνοντας τις εκταμιεύσεις της.

Η τελευταία εμπλοκή αφορά τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω του Ταμείου Εγγυήσεων, για το οποίο είχαν σε αρχική φάση δεσμευθεί 500 εκατ. ευρώ από το ΕΣΠΑ, ως δημόσια συμμετοχή. Το Ταμείο μέσω της ισόποσης συμμετοχής της ΕΤΕπ, θα κινητοποιούσε συνολικά 1 δισ. ευρώ για την ενίσχυση επενδυτικών σχεδίων μικρομεσαίων επιχειρήσεων μέσω δανεισμού.

Σύμφωνα, πάντως, με πηγές των εμπορικών τραπεζών της χώρας, μέσω των οποίων διοχετεύονται τα χρήματα, η ΕΤΕπ τους τελευταίους μήνες δεν ανταποκρινόταν σε νέα αιτήματα για εγκρίσεις χρηματοδοτήσεων εντός του ορίου που έχει συμβασιοποιηθεί, δηλαδή του 1 δισ. ευρώ. Ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση έχει μάλιστα το γεγονός ότι τα αιτήματα αυτά έχουν μείνει αναπάντητα πριν από τις τελευταίες εκλογές. Το εν λόγω πάγωμα νέων εκταμιεύσεων αποδίδεται σε απόφαση του risk management της ΕΤΕπ, που φέρεται να έχει προτείνει την αναβολή της δραστηριότητας της ΕΤΕπ στην Ελλάδα, επικαλούμενο πιέσεις από διεθνείς οίκους αξιολόγησης για την ανάγκη διενέργειας περαιτέρω προβλέψεων για την έκθεση της ΕΤΕπ στην Ελλάδα.

Επισήμως, βέβαια, η ΕΤΕπ υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη χρηματοδότηση της χώρας, παραπέμποντας στην υψηλή έκθεση που έχει στην Ελλάδα, η οποία έφθασε τα 7,7 δισ. ευρώ την τελευταία πενταετία, ενώ εντός του 2014 το ποσό εκτινάχθηκε στο 1,5 δισ. ευρώ. Τα όποια προβλήματα μάλιστα αποδίδονται στην απροθυμία των υποψηφίων επενδυτών να υλοποιήσουν μέσω δανεισμού επενδυτικά σχέδια λόγω της αβεβαιότητας στην οικονομία.Ρεπορτάζ-Ανάλυση: Πολυδεύκης Παπαδόπουλος